Rokavlon.com No2

Αθλητικό & Χρηματιστηριακό καφενείο - www.xbet.actionboard.net - www.xbet.forumotion.com
 
ΦόρουμΦόρουμ  PortalPortal  Σύνδεση  ΕγγραφήΕγγραφή  Όροι Εγγραφής Όροι Εγγραφής  Συχνές ΕρωτήσειςΣυχνές Ερωτήσεις  ΑναζήτησηΑναζήτηση  Βουλή TV LiveΒουλή TV Live  xbet-YouTubexbet-YouTube  ΚαιρόςΚαιρός  Στοίχημα Στοίχημα  calculatorcalculator  

Δημοσίευση νέας Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.ΕνότηταΜοιραστείτε | 
 

 Τι μας έμαθε η ύφεση

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Τι μας έμαθε η ύφεση   Σαβ 23 Αυγ 2014 - 11:24

Τι μας έμαθε η ύφεση
Η Δύση δεν μπορεί να δανείζεται και να ξοδεύει για να ανακάμψει
11/07/2012 By Raghuram G. Rajan
Ο RAGHURAM G. RAJAN είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών στην Οικονομική Σχολή Booth του Πανεπιστημίου του Σικάγο και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Fault Lines: How Hidden Fractures Still Threaten the World Economy.

Περίληψη: Οι περισσότεροι ειδικοί πιστεύουν ότι η παγκόσμια ύφεση προκλήθηκε από την κατάρρευση της ζήτησης - και έτσι, πιστές στην κεϋνσιανή σκέψη, οι κυβερνήσεις θέλουν να αυξήσουν τις δαπάνες για να εξισορροπήσουν την κατάσταση. Όμως, η πρόσφατη ανάπτυξη της Δύσης ήταν εξαρτημένη από τον δανεισμό. Ακόμα περισσότερο χρέος δεν μπορεί να βοηθήσει πια. Αντί γι' αυτό, οι χώρες πρέπει να αντιμετωπίσουν τις βαθύτερες ρωγμές στις οικονομίες τους.

Σύμφωνα με την συμβατική ερμηνεία της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, η ανάπτυξη σταμάτησε στη Δύση επειδή η ζήτηση κατέρρευσε, ούσα θύμα του υψηλού χρέους που είχε συσσωρευθεί πριν από την κρίση. Νοικοκυριά και χώρες δεν ξοδεύουν επειδή δεν μπορούν να δανειστούν τα κεφάλαια για να το πράξουν και ο καλύτερος τρόπος για την αναζωογόνηση της ανάπτυξης, συνεχίζει το επιχείρημα, είναι να βρουν τρόπους για να ρεύσει το χρήμα και πάλι. Οι κυβερνήσεις που ακόμα μπορούν, θα πρέπει να δημιουργήσουν ακόμη μεγαλύτερα ελλείμματα και οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να ωθήσουν τα επιτόκια ακόμη πιο κάτω για να ενθαρρύνουν τα φειδωλά νοικοκυριά να αγοράζουν και όχι να αποταμιεύουν. Οι ηγέτες θα πρέπει να ανησυχήσουν για το συσσωρευμένο χρέος αργότερα, όταν οι οικονομίες τους θα έχουν πάρει και πάλι μπροστά.

Αυτή η θεωρία – η κλασσική κεϋνσιανή γραμμή, τροποποιημένη για να ταιριάζει σε μια κρίση χρέους - είναι εκείνη την οποία οι περισσότεροι Δυτικοί αξιωματούχοι, οι κεντρικοί τραπεζίτες και οι οικονομολόγοι της Wall Street υιοθετούν σήμερα. Δεδομένου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δείξει σημάδια ανάκαμψης, οι αυθεντίες της θεωρίας του Κέυνς γρήγορα ανακήρυξαν επιτυχείς τις πολιτικές τους, καταδεικνύοντας την αναδυόμενη ύφεση στις οικονομίες της Ευρώπης ως την απόδειξη της τρέλας της δημοσιονομικής λιτότητας. Αλλά είναι δύσκολο να συνδεθεί η ανάκαμψη (ή η έλλειψή της) με συγκεκριμένες πολιτικές παρεμβάσεις. Μέχρι πρόσφατα, οι ίδιοι αυτοί ειδήμονες, διαμαρτύρονταν ότι τα πακέτα αναθέρμανσης στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πολύ μικρά. Έτσι θα μπορούσαν να διεκδικήσουν να πιστωθούν το κεϋνσιανό πρόγραμμα αναθέρμανσης ακόμη και αν η ανάκαμψη δεν είχε πραγματοποιηθεί, λέγοντας: «Σας είπαμε να κάνετε περισσότερα». Και τα μαζικά δημοσιονομικά ελλείμματα στην Ευρώπη, καθώς και η τεράστια αύξηση της χορήγησης δανείων σε εμπορικές τράπεζες από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δείχνουν ότι δεν είναι λόγω έλλειψης προγραμμάτων αναθέρμανσης της οικονομίας που η ανάπτυξη εξακολουθεί να είναι εύθραυστη στη γηραιά ήπειρο.

Στην πραγματικότητα, τα σημερινά οικονομικά προβλήματα δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα της ανεπαρκούς ζήτησης, αλλά εξίσου το αποτέλεσμα μιας στρεβλής προσφοράς. Για δεκαετίες πριν από την οικονομική κρίση του 2008, προηγμένες οικονομίες έχαναν την ικανότητά τους να αναπτύσσονται κάνοντας χρήσιμα πράγματα. Αντίθετα, χρειαζόταν να αντικαταστήσουν με κάποιο τρόπο τις θέσεις εργασίας που χάνονταν λόγω της τεχνολογίας και του ξένου ανταγωνισμού και να πληρώσουν για τις συντάξεις και την υγειονομική περίθαλψη του γηράσκοντος πληθυσμού τους. Έτσι, σε μια προσπάθεια να ωθήσουν την ανάπτυξη, οι κυβερνήσεις ξόδεψαν περισσότερα από ό, τι μπορούσαν να αντέξουν και προώθησαν την εύκολη πίστωση, ώστε τα νοικοκυριά να πράξουν το ίδιο. Η εξαρτώμενη από τον δανεισμό ανάπτυξη που δημιούργησαν οι χώρες αυτές, αποδείχθηκε μη βιώσιμη.

Αντί να προσπαθήσουν να επιστρέψουν στους τεχνητά υψηλούς προ κρίσης ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, οι κυβερνήσεις πρέπει να αντιμετωπίσουν τις βασικές αδυναμίες των οικονομιών τους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό σημαίνει την εκπαίδευση ή την επανεκπαίδευση των εργαζομένων που υστερούν, την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας, καθώς και την εκμετάλλευση της δύναμης του χρηματοπιστωτικού τομέα να κάνει κάτι καλό εμποδίζοντάς τον ταυτόχρονα να χάσει τον δρόμο του. Στη νότια Ευρώπη, αντίθετα, αυτό σημαίνει κατάργηση των ρυθμίσεων που προστατεύουν τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους από τον ανταγωνισμό και τη συρρίκνωση της παρουσίας της κυβέρνησης σε ένα πλήθος κλάδων και, στη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, την κατάργηση των περιττών, μη παραγωγικών θέσεις εργασίας (στο δημόσιο).

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΥΚΟΛΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Για να γίνει κατανοητό τι θα δουλέψει και τι όχι στην προσπάθεια να αποκατασταθεί η βιώσιμη ανάπτυξη, βοηθά να εξετασθεί μια μικρογραφία της οικονομικής ιστορίας των τελευταίων 60 ετών. Οι δεκαετίες 1950 και 1960 ήταν μια περίοδος ταχείας οικονομικής ανάπτυξης στη Δύση και την Ιαπωνία. Διάφοροι παράγοντες ενίσχυσαν αυτήν την μεγάλη έκρηξη: η μεταπολεμική ανοικοδόμηση, η ανάκαμψη του εμπορίου μετά τον προστατευτισμό της δεκαετίας του 1930, το πιο μορφωμένο εργατικό δυναμικό και η ευρύτερη χρήση των τεχνολογιών, όπως π.χ. της ηλεκτρικής ενέργειας και του κινητήρα εσωτερικής καύσης. Αλλά, όπως ο οικονομολόγος Tyler Cowen έχει υποστηρίξει, όταν αυτοί οι πιο προσιτοί καρποί γίνουν κοινό κτήμα, καθίσταται πολύ πιο δύσκολο να συντηρηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης των οικονομιών. Η εποχή της ταχείας ανάπτυξης έφτασε σε ένα ξαφνικό τέλος στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν οι χώρες του ΟΠΕΚ, συνειδητοποιώντας την αξία της συλλογικής διαπραγματευτικής ισχύος τους, εκτόξευσαν στα ύψη την τιμή του πετρελαίου.

Καθώς η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε, οι κυβερνητικές δαπάνες διογκώθηκαν. Κατά τη διάρκεια των καλών χρόνων της δεκαετίας του 1960, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις ήταν γρήγορες στο να επεκτείνουν το κράτος πρόνοιας. Αλλά αυτό σημαίνει ότι όταν αργότερα η ανεργία αυξηθεί, το ίδιο θα έκαναν και οι δημόσιες δαπάνες για τις παροχές προς τους ανέργους, ακόμη και αν τα φορολογικά έσοδα συρρικνωθούν. Για λίγο, οι κεντρικές τράπεζες κάλυψαν αυτές τις δαπάνες με την επεκτατική νομισματική πολιτική. Αυτό, όμως, οδήγησε σε υψηλό πληθωρισμό στη δεκαετία του 1970, κάτι το οποίο επιδεινώθηκε από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου. Αυτός ο πληθωρισμός, αν και μείωσε την πραγματική αξία του χρέους των κυβερνήσεων, δεν προκάλεσε ανάπτυξη. Αντ' αυτού, ο στασιμοπληθωρισμός διάβρωσε την πίστη των περισσότερων οικονομολόγων και πολιτικών στις κεϋνσιανές πολιτικές τόνωσης της οικονομίας. http://foreignaffairs.gr/articles/68867/raghuram-g-rajan/ti-mas-emathe-i-yfesi
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τι μας έμαθε η ύφεση   Σαβ 23 Αυγ 2014 - 11:50

Ύφεση L;
18 Μαΐου 2009  
Του Βασίλη Βιλιάρδου

Ολοκληρώνοντας τη σειρά των σχετικών άρθρων μας, θα προσπαθήσουμε να τεκμηριώσουμε ότι η πρόωρη, βεβιασμένη και απρογραμμάτιστη έξοδος από την οικονομική κρίση, θα σήμαινε το τέλος της ευημερίας του δυτικού κόσμου ενώ,  όπως και να εξελιχθούν τα πράγματα, ο κόσμος που θα ανατείλει θα είναι εντελώς διαφορετικός από τον σημερινό. Οι τρεις διαφορετικές μορφές του καπιταλισμού που αναδείχθηκαν «από τις στάχτες», ο Ολιγοπωλιακός (ΗΠΑ), ο Κοινωνικός (Κεντρική Ευρώπη) και ο Απολυταρχικός (Κίνα, Ρωσία), ευρισκόμενες αντιμέτωπες μεταξύ τους, θα δώσουν αρκετές μάχες εντός και εκτός των συνόρων τους, με αποτελέσματα που πολύ δύσκολα μπορούν να προβλεφθούν.  

Η πρώτη ερώτηση μας τώρα, στην προσπάθεια να αναλύσουμε τις σημερινές συνθήκες, ήταν εάν η παγκόσμια Οικονομία βρίσκεται πραγματικά σε ύφεση. Η απάντηση ήταν καταφατική, χωρίς καμία αμφιβολία, αφού επιβεβαιώνεται η μείωση όλων των παρακάτω κεντρικών συντελεστών της:

α)  Ανεργία: Βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλες τις βασικές οικονομίες του πλανήτη, ενώ προηγείται στις ΗΠΑ, επειδή από εκεί ξεκίνησε η κρίση. Ακόμη και εάν δεχθούμε ότι ο ρυθμός της μειώνεται, δεν έχει φτάσει ακόμη στο χαμηλότερο σημείο της, αφού καθημερινά προσθέτονται νέοι άνεργοι παντού. Εκτός αυτού, η ανεργία ακολουθεί πάντοτε την εκάστοτε κρίση – δεν προηγείται. Αρχικά δε αυξάνεται η μερική απασχόληση, η οποία διαρκεί έως ότου αποφασίσουν οι επιχειρήσεις πόσους εργαζομένους χρειάζονται για να ανταπεξέλθουν στις καινούργιες συνθήκες ζήτησης.  

β)  Βιομηχανική παραγωγή: Διαπιστώνουμε ότι μειώνεται συνεχώς, όχι μόνο στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες, αλλά και στις υπόλοιπες. Ειδικά στις μεγάλες οικονομίες (Γερμανία, Γαλλία, ΗΠΑ, Ιαπωνία κλπ), η συρρίκνωση της είναι πέρα από κάθε αμφιβολία.

γ)  Καταναλωτικές δαπάνες: Ευρίσκονται σε διαρκή πτώση, τόσο από το φόβο της κρίσης, όσο και από τον υπερδανεισμό των νοικοκυρών. Οι αποταμιεύσεις των  μη υπερχρεωμένων νοικοκυριών έχουν φτάσει στα ύψη (στη Γερμανία έχουν ξεπεράσει το 12% για πρώτη φορά), με τις ιδιωτικές επενδύσεις να περιορίζονται αισθητά, ιδιαίτερα μετά το πάθημα της Lehman. Ε΄πιπλέον, επειδή οι δαπάνες στις  καταναλωτικές δυτικές οικονομίες αφορούν κυρίως προϊόντα που δεν είναι απαραίτητα για τη διαβίωση, ενώ αρκετοί είναι πια «κουρασμένοι» από τον καταναλωτικό τρόπο ζωής, δεν φαίνεται να αντιστρέφεται η τάση.

δ)  Ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ): Ευρίσκεται σε ελεύθερη πτώση στις ανεπτυγμένες οικονομίες (στις υπόλοιπες η μεγάλη εξαίρεση είναι η Κίνα), αυτοτροφοδοτούμενο από τις επιπτώσεις της ανεργίας, τη μείωση των ιδιωτικών & δημοσίων επενδύσεων, τη συρρίκνωση των εξαγωγών, τη μείωση των τιμών πώλησης  σε όλους τους κλάδους κ.ά. Για επιβεβαίωση του συμπεράσματος, το ΑΕΠ του πρώτου τριμήνου του 2009 στη Γερμανία μειώθηκε κατά -6,9% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2008. Η μείωση οφειλόταν στον περιορισμό τόσο των εξαγωγών, όσο και των επενδύσεων, ενώ ήταν η τέταρτη κατά σειρά.

Συνεχίζοντας, αφού διαπιστώσαμε ότι η ύφεση είναι υπαρκτή και σε εξέλιξη, θεωρήσαμε απαραίτητο να εξετάσουμε τη μορφή της, έτσι ώστε να περάσουμε μεθοδικά στα επόμενα στάδια της ανάλυσης μας.

Τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα που έχουμε στη διάθεση μας, φαίνεται ότι τείνουμε σε μία ύφεση τύπου L. Η ερμηνεία της ύφεσης με το γράμμα L γίνεται επειδή «προσφέρεται» για την ακριβή περιγραφή της, αφού η τάση της είναι έντονη προς τα κάτω, ενώ η επόμενη κίνηση της φαίνεται να είναι οριζόντια, από το κατώτερο σημείο της.

Η οριζόντια κίνηση συμπεραίνεται κυρίως επειδή δεν υπάρχουν κάποιες νεωτεριστικές συνθήκες (νέοι μέθοδοι παραγωγής, σημαντικές τεχνολογικές εξελίξεις κλπ), οι οποίες θα μπορούσαν να αυξήσουν «γεωμετρικά» την παραγωγικότητα (να αυξάνεται δηλαδή περισσότερο από όσο αυξάνονται τα έξοδα ή τα χρέη), να δημιουργήσουν καινούργιες θέσεις εργασίας, καθώς επίσης να αναθερμάνουν, ουσιαστικά και όχι τεχνητά, την παγκόσμια οικονομία.

Μορφές ύφεσης

L = Ύφεση που χαρακτηρίζεται από κατακόρυφη πτώση της οικονομίας και εξισορρόπηση στο κατώτερο σημείο, χωρίς εμφανείς προοπτικές ανάπτυξης

V  = Ύφεση που χαρακτηρίζεται «συνεχής πλαγιοκαθοδική», με αντίστοιχη ανάπτυξη

U  =  Ομαλή ύφεση με αντίστοιχη ανάπτυξη, η οποία ακολουθεί τους κανόνες των οικονομικών κύκλων  

W  =  Ύφεση, ελαφριά ανάπτυξη και ξανά μεγάλη ύφεση

Η πιθανότητα να διανύουμε πραγματικά μία ύφεση τύπου L αυξάνεται, όσο περισσότερο διαρκεί η απότομη κάθοδος και όσο διατηρείται η ταυτόχρονη μείωση και των τεσσάρων παραπάνω δεικτών (Ανεργία, Βιομηχανική παραγωγή, Καταναλωτικές δαπάνες, ΑΕΠ).

Φυσικά η θέση αυτή είναι η πλέον απαισιόδοξη, αφού «Ύφεση L» είχαμε το 1930 στις ΗΠΑ και το 1990 στην Ιαπωνία. Στην πραγματικότητα, η ύφεση που χαρακτηρίζεται με το γράμμα L, είναι μία ύφεση U, στην οποία όμως δεν μπορούμε να δούμε το δεύτερο σκέλος (αργά ή γρήγορα, όλες οι υφέσεις καταλήγουν σε ανάπτυξη).

Επειδή τώρα η ύφεση που διανύουμε είχε σαν αφορμή (οι αιτίες είναι βαθύτερες, όπως θα αναλύσουμε παρακάτω) την κρίση στο χρηματοπιστωτικό τομέα και τα κράτη προσπάθησαν να την καταστείλουν με τη βοήθεια του δανεισμού των τραπεζών εκ μέρους του Δημοσίου, τα αποτελέσματα θα είναι πολύ επώδυνα.  

Μόνο η χρηματοδότηση του τραπεζικού κλάδου υπολογίζεται να κοστίσει στις ΗΠΑ 1,9 τρισ. δολ. ή το 13% του ΑΕΠ (μάλλον αισιόδοξο ποσοστό), ενώ το έλλειμμα θα φτάσει εντός του 2009 στο 10% του ΑΕΠ - οπότε απαιτείται δημόσιος δανεισμός ύψους 2,5 τρισ. δολ. (σύμφωνα με την Goldman Sachs).

Λόγω των «μέτρων» αυτών, το αμερικανικό δημόσιο χρέος προβλέπεται να φτάσει μακροπρόθεσμα στο 140% του ΑΕΠ, με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Σε αντίθεση δε με την Ιαπωνία, η οποία οδηγήθηκε σε δημόσιο χρέος ύψους 170% του ΑΕΠ από την ύφεση του 1990, οι ΗΠΑ δεν έχουν τη δυνατότητα αντίστοιχου εσωτερικού δανεισμού, αφού οι αποταμιεύσεις των αμερικανικών νοικοκυριών είναι εξαιρετικά χαμηλές. Οι αποταμιεύσεις των Ιαπώνων ήταν παραδοσιακά υψηλές, οπότε το κράτος τους χρηματοδότησε το δημόσιο χρέος εσωτερικά - μέσω δηλαδή της έκδοσης ομολόγων που αγοράσθηκαν από τους πολίτες του.

Περαιτέρω, και στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα αυξηθεί το χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ, πολύ περισσότερο αφού όχι μόνο θα μειωθεί το ίδιο το ΑΕΠ από την ύφεση, αλλά και η φορολογική βάση (έσοδα) των κρατών. Σύμφωνα με την Deutsche Bank, στα επόμενα χρόνια το μέσο δημόσιο χρέος υπολογίζεται να ανέλθει στο 160% του ΑΕΠ της ΕΕ.

Για να γίνει κατανοητό το πώς ενδεχομένως θα προκύψουν αυτοί οι δείκτες, θα πάρουμε σαν παράδειγμα τη Γερμανία και τα στοιχεία της για το 2007. Σύμφωνα με αυτά, το ΑΕΠ της ήταν 2,326 τρισ. δολ. και το δημόσιο χρέος της 1,51 τρισ. δολ., ήτοι 65,3% του ΑΕΠ. Εάν μειωθεί το ΑΕΠ το 2009 κατά -6,9% (όπως ανακοινώθηκε για το πρώτο τρίμηνο), θα «κατέλθει» στα 2,165 τρισ. δολ. Ταυτόχρονα υπολογίζεται ότι τα δημόσια έσοδα θα υστερήσουν κατά -45 δισ. ευρώ (λόγω μείωσης των κερδών των επιχειρήσεων, εξ αυτής των φόρων κλπ), ενώ υπολογίζεται ότι θα χρειαστούν περί τα 500 δισ. ευρώ  για τη στήριξη της οικονομίας της (τράπεζες, κρατίδια κλπ).

Επομένως, το δημόσιο χρέος της μόνο από αυτούς τους δύο παράγοντες θα μπορούσε να αυξηθεί στα 2,055 τρισ. ευρώ, έναντι 2,165 τρισ. ευρώ ΑΕΠ – δηλαδή στο 95% του ΑΕΠ (πάντοτε επιφυλασσόμενοι για την σχετική ακρίβεια των αριθμών).    

Με βάση τώρα τις στατιστικές της ΕΚΤ, είναι ήδη «ορατή» και η υπερχρέωση κάποιων ιδιωτικών ευρωπαϊκών τραπεζών, γεγονός που σίγουρα θα δυσκολέψει τη χρηματοδότηση των επενδύσεων στις χώρες που δραστηριοποιούνται. Στο τέλος του 2008, οι καθαρές υποχρεώσεις του τραπεζικού κλάδου της Ιρλανδίας ήταν κατά 71% υψηλότερες από τις απαιτήσεις του. Για την Ελλάδα το αντίστοιχο μέγεθος ήταν 45%, για την Πορτογαλία 56% και για την Ισπανία 34% (πηγή: MM).

Συμπερασματικά λοιπόν και με βασικό κριτήριο την επιλεχθείσα «λύση», την υπερχρέωση δηλαδή του δημόσιου τομέα για να καταπολεμηθεί ο αποπληθωρισμός, είναι πολύ δύσκολο να δημιουργηθούν εκείνες οι συνθήκες που θα βοηθήσουν άμεσα την ομαλή έξοδο μας από την υφιστάμενη ύφεση. Εάν δεν επιτύχουμε ουσιαστική ανάπτυξη μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας, έτσι ώστε το ΑΕΠ να «μεγεθύνεται» με μεγαλύτερο ρυθμό από τα χρέη και τις δαπάνες, τότε δύσκολα θα ξεφύγουμε από τον καθοδικό σπειροειδή κύκλο που έχουμε εγκλωβιστεί.  

Υπενθυμίζουμε εδώ ότι, ο αποπληθωρισμός χαρακτηρίζεται από τη μείωση των τιμών των προϊόντων, ενώ ο πληθωρισμός από την αύξηση τους. Ο αποπληθωρισμός έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της «αξίας» όλων των περιουσιακών στοιχείων, με εξαίρεση τα χρήματα (μετρητά), η αγοραστική δύναμη των οποίων αυξάνεται συνεχώς. Με τις τιμές όλων των προϊόντων να ευρίσκονται σε διαρκή πτώση, οι επενδύσεις στην πραγματική οικονομία γίνονται ασύμφορες, οι παραγωγικές μονάδες χρεοκοπούν, η ζήτηση μειώνεται συνεχώς (αυξάνεται δυσανάλογα η αποταμίευση), εμφανίζονται στρατιές ανέργων κ.ο.κ.

Στη συνέχεια, θεωρούμε σκόπιμο να εξετάσουμε αναλυτικότερα την έννοια του «Υπερπληθωρισμού», ο οποίος βασικά σημαίνει μείωση της αγοραστικής αξίας των χρημάτων κατά 50% μηνιαία. Για παράδειγμα, την περίοδο του 1922/23 το γερμανικό μάρκο έχανε σε αγοραστική αξία 322% μηνιαία, με αποτέλεσμα να λειτουργούν 133 τυπογραφεία, 30 βιομηχανίες χαρτιού και 20 βιομηχανίες εκτυπωτικών πλακών, για να παράγουν 10 δισ. χαρτονομίσματα ετησίως, ονομαστικής αξίας 400 τρισ.  μάρκων – από εδώ προέρχεται και η συγκράτηση, ο σκεπτικισμός καλύτερα της Γερμανίας σήμερα να εφαρμόσει μεθόδους αντί-αποπληθωριστικούς. Οι αιτίες του τότε υπερπληθωρισμού δεν ήταν άλλες από τη βαθειά οικονομική κρίση της Γερμανίας, από την υπερχρέωση του δημοσίου & ιδιωτικού τομέα και από την ένταση των κοινωνικών αναταραχών, λόγω της τεράστιας μείωσης των εισοδημάτων.

«Δεν υπάρχει κανένα μέσον πιο σίγουρο και πιο αποτελεσματικό για την καταστροφή της υφιστάμενης κοινωνικής τάξης από την αποσταθεροποίηση του νομίσματος», έγραψε τότε ο Keynes.

Σε γενικές γραμμές, ο «υπερπληθωρισμός» αρχίζει να κάνει την εμφάνιση του μέσω μίας υπερβολικής αύξησης της ποσότητας των προσφερομένων χρημάτων (όπως συμβαίνει σήμερα). Συνήθως δε οφείλεται στις Κυβερνήσεις, οι οποίες απαιτούν από τις Κεντρικές Τράπεζες να τις βοηθήσουν στη χρηματοδότηση των υπερβολικών εξόδων του(επίσης συμβαίνει σήμερα). Αφού και οι δύο παραπάνω προϋποθέσεις είναι πια ορατές, θα μπορούσε ίσως να επικρατήσει ένα σενάριο ανάλογου υπερπληθωρισμού, έστω σε μεσοπρόθεσμο χρονικό διάστημα;

Αν και κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανόν, εντούτοις ποσοστά μείωσης της αγοραστικής αξίας των χρημάτων της τάξης του 5-20% (υψηλός πληθωρισμός) εντός δύο ετών, δεν είναι μη ρεαλιστικά για πολλούς οικονομολόγους. Οι ποσότητες των χρημάτων χωρίς αντίκρισμα που έχουν «τυπωθεί» από τα κράτη για την ενίσχυση κυρίως του χρηματοπιστωτικού τομέα, ιδίως στις ΗΠΑ, είναι όχι μόνο εξαιρετικά μεγάλες, αλλά και πολύ δύσκολο να «μαζευτούν» πίσω από τις κεντρικές τράπεζες, όταν πια θα έχει περάσει ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού.

Βέβαια όσον αφορά τις ΗΠΑ, η στρατηγική των οποίων (δεύτερο στάδιο) φαίνεται να είναι η μείωση των δημοσίων χρεών μέσω του πληθωρισμού (διολίσθηση του νομίσματος εις βάρος των δανειστών τους), έχουμε αμφιβολίες σε σχέση με την ολοκλήρωση της.

Αφενός μεν υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι ο μεγαλύτερος δανειστής της υπερδύναμης, η Κίνα, δεν πρόκειται να το αποδεχθεί, αφετέρου δε καμία άλλη χώρα δεν μπορεί ή δεν θέλει να πάρει τη θέση της. Επιπλέον, εάν υπερβάλλουν οι ΗΠΑ, το δολάριο θα κινδυνεύσει να χάσει τη θέση του σαν παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Οι συνεχιζόμενες συζητήσεις (Ρωσία, Κίνα κλπ) για ένα νέο αποθεματικό νόμισμα, στηριζόμενο σε ένα καλάθι των κυριοτέρων νομισμάτων του πλανήτη, ενδυναμώνει αυτή την εκδοχή.  

«Εάν όμως έχανε το δολάριο τη θέση του αγαπημένου νομίσματος του κόσμου, τότε θα έπρεπε να εξετασθεί η πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ», ανακοίνωσε ήδη η εταιρεία αξιολόγησης S&P. Κάτι τέτοιο θα είχε δραματικές συνέπειες για τη χώρα, αφού τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου θα μπορούσαν να χάσουν την αξιολόγηση «ΑΑΑ», τα επιτόκια δανεισμού της χώρας θα αυξάνονταν και το έλλειμμα του δημοσίου θα επιδεινωνόταν ακόμη περισσότερο.

Οι ΗΠΑ σε μία τέτοια περίπτωση θα εγκλωβιζόταν σε έναν καθοδικό σπειροειδή κύκλο αυξανομένων χρεών και μείωσης της αγοραστικής αξίας του δολαρίου, με μοναδική διέξοδο όχι τον απλό πληθωρισμό, αλλά τον υπερπληθωρισμό.

Θα μπορούσε όμως ο υπόλοιπος κόσμος να «διασωθεί» από μία τέτοια κατάληξη της υπερδύναμης και του νομίσματος της; Πολύ δύσκολα, ιδιαίτερα επειδή οι περισσότερες ασιατικές χώρες έχουν συνδέσει τα νομίσματα τους με το δολάριο, έχοντας τον κίνδυνο να εισάγουν πολλαπλασιαζόμενο τον ενδεχόμενο μεγάλο πληθωρισμό των ΗΠΑ.

Περαιτέρω, όπως τονίσαμε η χρηματοπιστωτική κρίση ήταν στην ουσία η αφορμή και όχι η αιτία της σημερινής ύφεσης. Αυτό που προέχει λοιπόν είναι να βρεθούν οι πραγματικές αιτίες, έτσι ώστε να «θεραπευθεί» η ασθένεια και όχι απλά να καταπολεμηθούν τα συμπτώματα, όπως μάλλον κάνουμε σήμερα. Κατά την άποψη μας, μόνο εάν καταφέρουμε να εντοπίσουμε επακριβώς το πρόβλημα, θα βρούμε τις κατάλληλες λύσεις και θα οδηγηθούμε με κάποια ασφάλεια στο δρόμο της ομαλής εξόδου. Η αναζήτηση των αιτιών θα πρέπει να επικεντρωθεί στα τουλάχιστον δύο παρακάτω σημεία:

α) Στην είσοδο των νέων πληθυσμών των πρώην «κομμουνιστικών» χωρών στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα (την αρχή δηλαδή της σύγχρονης, ουσιαστικής παγκοσμιοποίησης)

Με την είσοδο νέων πληθυσμών στο «καπιταλιστικό σύστημα» άνω των 3 δισ. ανθρώπων, «εγκαινιάσθηκε» ουσιαστικά μία παγκόσμια αναδιανομή εισοδημάτων, σε μία πρωτόγνωρη και μάλλον τρομακτική έκταση. Η αναδιανομή αυτή βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζουμε ούτε εάν έχει ολοκληρωθεί η κάθετη πορεία της «ύφεσης L», ούτε πότε θα αρχίσει η οριζόντια (εάν δεν ληφθούν πραγματικά μέτρα από τις δυτικές οικονομίες).

Ξεκινώντας από την αρχή, θα διαπιστώσουμε εύκολα πως, όταν εισήλθαν στο καπιταλιστικό σύστημα οι νέες οικονομίες, έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τις ήδη υφιστάμενες. Η εκμετάλλευση αυτή «συντελέσθηκε» είτε μέσω του ΔΝΤ, είτε μέσω των επιθέσεων του οργανωμένου Κεφαλαίου (Hedge funds), είτε μέσω της πώλησης καταναλωτικών αγαθών, τα οποία ήταν αφ’ ενός μεν σε ανεπάρκεια, αφ’ ετέρου δε πρωτόγνωρα για τους «καινούργιους» πληθυσμούς.

Αυτές οι ενέργειες προκάλεσαν ουσιαστικά τις διάφορες κρίσεις χρεών (Αργεντινή, Ασιατική, Ρωσία κ.ά.), καθώς επίσης τα σημερινά οικονομικά προβλήματα της Α. Ευρώπης. Ειδικά οι πολίτες του πρώην ανατολικού μπλοκ, έχοντας αποταμιεύσεις που δεν μπορούσαν να τις ξοδέψουν την εποχή του κομμουνισμού, τις «εξανέμισαν» απότομα αγοράζοντας καταναλωτικά αγαθά και «αναρριχήθηκαν» σε ένα μη διατηρήσιμο βιοτικό επίπεδο. Ευτυχώς για όλους μας, δεν πρόλαβαν να υπερχρεωθούν, αφού ενδιάμεσα ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση.    

Σε σχέση με το ΔΝΤ («κυβερνάται» από τις ΗΠΑ) και τη «σκοτεινή» πλευρά του, αρκεί να αναφέρουμε τα διάφορα δάνεια του προς τις αναπτυσσόμενες-υπερχρεωμένες χώρες του τότε «τρίτου κόσμου». Στην αρχή απαιτούσε σαν αντίτιμο για το δανεισμό των κρατών που ζητούσαν τη βοήθεια του (θεωρείται η τελευταία λύση), την υποχρέωση εξυγίανσης/ιδιωτικοποίησης των κρατικών εταιρειών και του Δημοσίου τους. Οι «μέθοδοι» ήταν η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, η μείωση των ελλειμμάτων, η καταπολέμηση της διαφθοράς κλπ. Τα κράτη τώρα αυτά, ευρισκόμενα προφανώς σε ύφεση, ήταν αδύνατον να αναπτυχθούν κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις.

Επομένως κατέληγαν στον «ορό» του ΔΝΤ, αδυνατώντας πλέον να ξεφύγουν από την «εξάρτηση». Στη συνέχεια, παρά τις θυσίες αυτών των χωρών, ο δανεισμός εξελίχθηκε σε εισροές προς τις ανεπτυγμένες Οικονομίες (βλ. Έκθεση Ο.Η.Ε. από το 1992, η οποία αποκάλυψε ότι από το 1983 έως το 1990 η καθαρή εισροή Κεφαλαίων από τον Τρίτο Κόσμο προς τις πλούσιες χώρες έφτασε τα 150,5 δισ. δολ.). Οι ίδιες μέθοδοι εφαρμόστηκαν και στις Ασιατικές χώρες, προκαλώντας την κρίση του 1997, αλλά και αλλού.

Οι ενέργειες του ΔΝΤ στη Ν. Αμερική τερματίσθηκαν, όταν οι κυριότερες χώρες (8) ίδρυσαν στη θέση του τη γνωστή «Τράπεζα του Νότου». Σήμερα, με το ΔΝΤ να μην δραστηριοποιείται πια στις ασιατικές χώρες, η Κίνα ήδη προγραμματίζει ένα δικό της ΔΝΤ, σε συνεργασία με τις γειτονικές της οικονομίες. Εμείς απορούμε πραγματικά γιατί το Ταμείο Συνοχής της Ε.Ε., επιτρέπει την είσοδο του ΔΝΤ (των ΗΠΑ δηλαδή), στις χώρες της Α. Ευρώπης που αντιμετωπίζουν προβλήματα!      

Όσον αφορά τώρα τις «τρομοκρατικές» επιθέσεις του οργανωμένου Κεφαλαίου, οι οποίες κάποιες φορές προηγήθηκαν και προκάλεσαν την έλευση του ΔΝΤ, είναι αρκετά γνωστές από την μελέτη της «ιστορίας» κάποιων φημισμένων Hedge Funds (G. Soros κ.ά.), τα οποία κάποιες φορές επιτέθηκαν ακόμη και σε προηγμένες οικονομίες (υποτιμητική κερδοσκοπία στη στερλίνα).

Όμως σήμερα, τόσο το ΔΝΤ, όσο και οι τρομοκρατικές επιθέσεις του Κεφαλαίου, έχουν πλέον αντιμετωπισθεί με επιτυχία από τις αναπτυσσόμενες χώρες. Εκτός αυτού, όσον αφορά την πώληση καταναλωτικών αγαθών από τις δυτικές χώρες στις νεοεισερχόμενες, η διαδικασία έχει πια αντιστραφεί, κυρίως από την τάση των πολυεθνικών εταιριών να μεταφέρουν σε χώρες φθηνού εργατικού προσωπικού την παραγωγή τους – μία τάση που διευκολύνθηκε αρκετά από την τεχνολογία.

Στα γεγονότα αυτά προστέθηκε και η αυξανόμενη εκμετάλλευση των φορολογικών «ανισοτήτων» διεθνώς από τις πολυεθνικές, επί πλέον των φορολογικών παραδείσων, με αποτέλεσμα να μειώνεται διαρκώς η φορολογική βάση των δυτικών οικονομιών. Ήδη ο νέος Αμερικανός πρόεδρος, διαπιστώνοντας μία τεράστια φοροαποφυγή στη χώρα του (πολυεθνικές επιχειρήσεις με κέρδη 700 δισ. δολ. πληρώνουν φόρους μόλις 2,3% επί των κερδών τους στις ΗΠΑ), προσπαθεί να την καταπολεμήσει, έτσι ώστε να μην επιβαρυνθούν ακόμη περισσότερο οι πολίτες της χώρας του.

Επομένως, όχι μόνο η εισροή των χρημάτων προς τις ανεπτυγμένες χώρες έχει σταματήσει σε μεγάλο βαθμό, αλλά αντικαταστάθηκε «δυσανάλογα» από την εκροή για την αγορά καταναλωτικών προϊόντων, από τη μειωμένη φορολόγηση των πολυεθνικών και από τα κεφάλαια που «μετανάστευσαν» για πραγματικές επενδύσεις. Η αναδιανομή των εισοδημάτων είναι λοιπόν σε πλήρη εξέλιξη, αφού οι αναπτυσσόμενες οικονομίες μας ανταγωνίζονται πια, αφαιρώντας μας συνεχώς χρήματα. Ακόμη βέβαια εισάγουν από εμάς τεχνολογία, κάτι που όμως δεν θα διαρκέσει αιώνια.      

β) Στη μείωση της «καπιταλιστικής» παραγωγικότητας, με «πλασματική» αύξηση του ΑΕΠ στις ανεπτυγμένες οικονομίες, από την επί πιστώσει κατανάλωση.

Μέσω τώρα των προηγουμένων ενεργειών (ΔΝΤ, κερδοσκοπικές επιθέσεις του Κεφαλαίου και πώληση μεγάλων ποσοτήτων καταναλωτικών αγαθών), ο δυτικός κόσμος βγήκε από την κρίση του 1990, αναπτύχθηκε με έντονους ρυθμούς σε μεγάλο βαθμό και κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι «δικαιούταν» την «υπερανάπτυξη» (επομένως και την υπερχρέωση), αφού ήταν ανάλογη της αύξησης της παραγωγικότητας του.

Πολύ περισσότερο, θεώρησε ότι η υπεροχή του στην τεχνολογία και ιδιαίτερα στο διαδίκτυο, θα πρόσθετε πάρα πολλά στην παραγωγικότητα του, αφού, μεταξύ άλλων, οι επιχειρήσεις του θα μπορούσαν πλέον να πουλούν τα προϊόντα τους παγκοσμίως, μέσω του διαδικτύου, με πολύ χαμηλό κόστος. Επομένως, θεωρήθηκε σκόπιμη η επιτάχυνση της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, επειδή θα συνέβαλλε τα μέγιστα στην αύξηση του βιοτικού επιπέδου των προηγμένων οικονομιών.      

Δυστυχώς, οι «υποθέσεις» αυτές διαψεύσθηκαν, αναιρέθηκαν ή αντιστράφηκαν, γεγονός που οδήγησε στην χρηματιστηριακή κρίση του 2000 η οποία, αν και διήρκεσε μόλις 8 μήνες, άφησε ανησυχητικά κατάλοιπα. Το κυριότερο από αυτά ήταν μία «επίμονη ανεργία» η οποία, αν και προφανώς οφειλόταν στην εξαγωγή των θέσεων εργασίας προς τις ασιατικές και λοιπές χώρες (εδώ λειτούργησε δυστυχώς προσθετικά το διαδίκτυο), λόγω της «αποβιομηχανοποίησης των ΗΠΑ κυρίως, αξιολογήθηκε εσφαλμένα.

Πολλές δυτικές χώρες (Η.Π.Α., Βρετανία, Ιρλανδία κ.ά.) προσπάθησαν να επιλύσουν το πρόβλημα διατηρώντας χαμηλά τα επιτόκια, αυξάνοντας την εξειδίκευση των οικονομιών τους κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών (τεχνολογία, χρηματοπιστωτικό σύστημα) και δημιουργώντας υψηλά χρέη. Έτσι, όχι μόνο «κατασκεύασαν» την επόμενη υπερβολή (στεγαστικά δάνεια), αλλά και προκάλεσαν την εσφαλμένη πεποίθηση ότι είχαμε εισέλθει σε μία εποχή παγκόσμιας ανάπτυξης χωρίς πληθωρισμό.    
 
Η διατήρηση όμως του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα οφειλόταν στο χαμηλό κόστος των καταναλωτικών αγαθών, τα οποία πλέον παράγονταν (κυρίως) στην Κίνα - από Κινέζους εργαζομένους. Η Κίνα τελικά κατάφερε να προσελκύσει και το Κεφάλαιο - όχι για μία απλή κερδοσκοπική βόλτα, αλλά για πραγματικές επενδύσεις. Ταυτόχρονα, προσέλκυσε και τη «υπεδάφεια» Φύση (πετρέλαιο, πρώτες ύλες κλπ), την οποία είχε ανάγκη σε μεγαλύτερο βαθμό από τη Δύση, για να λειτουργήσει ο λιγότερο «σύγχρονος» παραγωγικός μηχανισμός της.

Επειδή όμως τόσο στην Κίνα, όσο και στις υπόλοιπες νεοεισερχόμενες χώρες, ο παραγωγικός μηχανισμός ήταν λιγότερο αποτελεσματικός, ενώ οι εργαζόμενοι καθόλου εξειδικευμένοι, η παγκόσμια μέση καπιταλιστική παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο (επιμεριζόμενη σωστά σε πολύ περισσότερους νέους εργαζομένους, στα τρία πια καπιταλιστικά συστήματα), όχι μόνο δεν αυξήθηκε, αλλά μειώθηκε σημαντικά. Για την σωστή τεκμηρίωση παραθέτουμε δύο πίνακες, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά τις βασικές ανεπτυγμένες οικονομίες, ενώ στο δεύτερο έχουν προστεθεί η Κίνα και η Ρωσία.

Πίνακας παραγωγικότητας των ανεπτυγμένων οικονομιών

Πίνακες δικοί μας

Όπως εύκολα διαπιστώνουμε από τους πίνακες, η μέση παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο, η οποία ήταν 82.774 στις ανεπτυγμένες οικονομίες, «έπεσε» στα 25.609 (πάνω από -300%), όταν προσθέσαμε τις δύο «νεοεισερχόμενες» χώρες στο καπιταλιστικό σύστημα. Επομένως, οι μέσοι παγκόσμιοι καπιταλιστικοί μισθοί θα συγκλίνουν μεταξύ τους, ενώ δεν μπορούν να είναι μεγαλύτεροι από την μέση παραγωγικότητα. Δυστυχώς, τα επακόλουθα αυτής της «κίνησης προς τα πίσω» δεν εμφανίσθηκαν αμέσως. Έτσι, αυτό που στην αρχή συμπεράναμε (παγκόσμια ανάπτυξη χωρίς πληθωρισμό), ήταν λανθασμένο, με αντίστοιχες συνέπειες για το μέλλον μας.

Στη συνέχεια, αδυνατώντας οι ΗΠΑ να ξεφύγουν από την τεράστια παγίδα (εσφαλμένη αξιολόγηση της παγκοσμιοποίησης, καταναλωτική αντί παραγωγική ανάπτυξη, αποβιομηχανοποίηση, απώλεια θέσεων εργασίας, υπερχρέωση κλπ), «επιτέθηκαν στους συμμάχους τους», με τη βοήθεια των χρηματοπιστωτικών αεροπλανοφόρων τους (Lehman Brothers, Citibank κ.ά.). Μόνο τυχαίο δεν μπορεί να ήταν το γεγονός ότι, η μοναδική τράπεζα που αφέθηκε από την κυβέρνηση να χρεοκοπήσει ήταν η Lehman, της οποίας το 50% του υπερβολικά μοχλευμένου κύκλου εργασιών της προερχόταν (κατ’ εξαίρεση με όλες τις άλλες) από το εξωτερικό.  

Η επίθεση του «ολιγοπωλιακού καπιταλισμού» εναντίον του «κοινωνικού», επικεντρώθηκε ειδικά σε εκείνες τις χώρες που δεν υπέπεσαν στο λάθος της αποβιομηχανοποίησης (Γερμανία), διατηρώντας ταυτόχρονα μεγάλες ιδιωτικές αποταμιεύσεις, ενώ το αποτέλεσμα της ήταν η «κλοπή» μεγάλων ποσοτήτων χρημάτων. Έτσι όμως οι ΗΠΑ και η Αγγλία έχασαν όχι μόνο την εμπιστοσύνη των παραδοσιακών «συναγωνιστών» τους (ΕΕ, Ιαπωνία), αλλά και των «ανταγωνιστών» τους (Κίνα, Ρωσία), οι οποίοι όπως φαίνεται μαθαίνουν από τα λάθη των άλλων.

Ειδικά όσον αφορά την αλόγιστη απώλεια των ενεργειακών πηγών τους (πετρέλαιο κ.α.), θέλησαν να ανακτήσουν νέες, αυξάνοντας ταυτόχρονα τις πωλήσεις κάποιων βιομηχανικών κλάδων τους (πολεμική βιομηχανία, κατασκευές κ.α.). Έτσι οδηγήθηκαν σε πολέμους (Ιράκ κ.α.), «εισάγοντας» ή «κατασκευάζοντας» εγκληματικότητα και ασχολούμενοι ξανά με την δαπανηρή καταπολέμηση των συμπτωμάτων - όχι τις ασθένειας.

Προσπαθώντας τώρα να προβλέψουμε το μέλλον, χωρίς να θέλουμε να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, θα περιοριστούμε στο ότι εάν δεν προσέξουμε, αργά ή γρήγορα θα απολέσουμε όλους τους συντελεστές παραγωγής (Φύση, Εργασία, Κεφάλαιο, Οργάνωση), αλλάζοντας θέση με τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Η εμπειρία άλλωστε της Ιαπωνίας, η οποία ξεκίνησε μιμούμενη εμάς στα μέσα του προηγουμένου αιώνα, καταλήγοντας να γίνει η δεύτερη μεγαλύτερη Οικονομία του πλανήτη, τεκμηριώνει το συμπέρασμα μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο (ήδη η Κίνα φαίνεται ότι θα βρεθεί στις πρώτες θέσεις, όσον αφορά  τη μελλοντική τεχνολογία του ηλεκτροκίνητου αυτοκινήτου).    

Εάν λοιπόν η Ε.Ε. ακολουθήσει παρ’ ελπίδα τις προτροπές των ΗΠΑ για τόνωση της κατανάλωσης, σύμφωνα με τη μέθοδο του Keynes, αυτό που θα επακολουθήσει θα είναι η «μετανάστευση» όλων των χρημάτων που δαπανώνται σήμερα από τα κράτη για την αναθέρμανση της οικονομίας, στις αναπτυσσόμενες χώρες (Κίνα, Ρωσία κλπ).

Έτσι, θα επισπευθεί η ανάπτυξη τους εις βάρος μίας δικής μας «ύφεσης», ενώ όχι μόνο θα επιστρέψει ο πληθωρισμός, αλλά και θα μας επιβαρύνει αναδρομικά. Άλλωστε, ο ίδιος ο Keynes έλεγε πως όταν αλλάζουν οι εποχές πρέπει να αλλάζουμε και εμείς, ενώ οι μέθοδοί του αφορούσαν μία εντελώς διαφορετική εποχή από τη σημερινή.

Κατά την άποψη μας, η ΕΕ θα πρέπει να είναι πάρα πολύ προσεκτική σε σχέση με τις ΗΠΑ και τη Μ. Βρετανία, ενώ αυτά που χρειαζόμαστε επειγόντως (μεταξύ άλλων), είναι τα εξής:

α)  Ένα μεγάλο «διάλειμμα» στην παγκοσμιοποίηση, έτσι ώστε να ανασυντάξουμε τις δυνάμεις μας και να διορθώσουμε τα λάθη μας. Ευτυχώς οι παγκόσμιες «ροές» (εξαγωγικό εμπόριο, κεφάλαια κλπ) έχουν ήδη περιοριστεί αρκετά, διευκολύνοντας τις όποιες ενέργειες μας.  

β) Ενδυνάμωση της ΕΕ και προσπάθεια ανάπτυξης των αδύναμων οικονομιών της, ιδίως μέσω της παραγωγής των προϊόντων που εισάγουμε σήμερα από την Ασία. Η επίτευξη ενός άριστου νομισματικού χώρου στην ΕΕ των 27 θα ήταν ο ιδανικός στόχος (προφανώς θα πρέπει μέχρι τότε να σταματήσει η είσοδος των υπολοίπων χωρών στην Ευρωζώνη), καθώς επίσης η ένταξη της Ρωσίας.

γ)  Έναν ελεγχόμενο «κερδοφόρο πληθωρισμό», δηλαδή αύξηση των τιμών των καταναλωτικών προϊόντων που παράγονται στις χώρες μας (δασμούς στα άλλα), με ταυτόχρονη μείωση των τιμών των υπηρεσιών, έτσι ώστε να αναβιώσει η βιομηχανική παραγωγή, να δημιουργηθούν νέες, διαρκείς θέσεις εργασίας, να ξεφύγουμε από την παγίδα ρευστότητας και να επενδυθούν εδώ τα Κεφάλαια μας

δ)  Αύξηση της αποταμίευσης για να καλυφθούν τα δημόσια χρέη μας μέσω εσωτερικού δανεισμού (και όχι μέσω φόρων που θα επιδεινώσουν την ύφεση), με ταυτόχρονο περιορισμό των τραπεζών (απαγόρευση κερδοσκοπικών τοποθετήσεων κ.α.) και

ε)  Απεξάρτηση από τις πρώτες ύλες και τις μορφές ενέργειας που δεν διαθέτουμε πια, μέσω της εξοικονόμησης «πόρων», της ενθάρρυνσης της τεχνολογικής προόδου, τόσο στις εναλλακτικές μορφές ενέργειας (πράσινη ενέργεια), όσο και αλλού κλπ.  

Αυτός ο περιορισμένος «προστατευτισμός», η ελαφριά «αποπαγκοσμιοποίηση» καλύτερα, θα ήταν σίγουρα λανθασμένος για την εποχή του 1930 (όπως και ήταν), αλλά όχι για τη δική μας. Έχουν γίνει τόσα πολλά λάθη και απειλούμαστε από τόσο μεγάλους κινδύνους που μόνο ένα τέτοιο διάλειμμα μπορεί να μας επιτρέψει να τα καταφέρουμε.

Έτσι θα δούμε που ακριβώς βρίσκεται η οριζόντια γραμμή της ύφεσης L, θα αποδεχθούμε τα αποτελέσματα της και θα βάλουμε νέες βάσεις για να ξεφύγουμε πραγματικά από τη δύσκολη θέση που μόνοι μας οδηγηθήκαμε. Θεωρούμε ότι πριν ακόμη καταφέρουμε να γίνουμε παγκόσμιοι πολίτες, θα πρέπει να προηγηθεί η ευρωπαϊκή μας ολοκλήρωση, μέσα σε μία «άριστα» ενωμένη, απόλυτα λειτουργική Ευρώπη, που να ανήκει πραγματικά στους πολίτες της.      

viliardos@kbanalysis.com  
* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου
Πηγή:www.capital.gr
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
 
Τι μας έμαθε η ύφεση
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΜπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Rokavlon.com No2 :: φόρουμ ανοικτό :: Χρηματοοικονομικά :: Οικονομία-
Δημοσίευση νέας Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.ΕνότηταΜετάβαση σε: