Rokavlon.com No2

Αθλητικό & Χρηματιστηριακό καφενείο - www.xbet.actionboard.net - www.xbet.forumotion.com
 
ΦόρουμΦόρουμ  PortalPortal  Σύνδεση  ΕγγραφήΕγγραφή  Όροι Εγγραφής Όροι Εγγραφής  Συχνές ΕρωτήσειςΣυχνές Ερωτήσεις  ΑναζήτησηΑναζήτηση  Βουλή TV LiveΒουλή TV Live  xbet-YouTubexbet-YouTube  ΚαιρόςΚαιρός  Στοίχημα Στοίχημα  calculatorcalculator  

Δημοσίευση νέας Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.ΕνότηταΜοιραστείτε | 
 

 Κορνήλιος Καστοριάδης

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Κορνήλιος Καστοριάδης    Τρι 8 Σεπ 2015 - 18:06

http://www.epopteia.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=19&Itemid=25



Κορνήλιος Καστοριάδης
Η ελληνική σύλληψη του κόσμου (κεντρικές φαντασιακές σημασίες)

Απόσπασμα από το "Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα" (διάλεξη στο Λεωνίδιο Αρκαδίας το καλοκαίρι του 1984), εκδ. Ύψιλον, 1999

Η θέσμιση της κοινωνίας είναι κάθε φορά θέσμιση ενός μάγματος κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που μπορούμε και πρέπει να καλέσουμε κόσμο φαντασιακών σημασιών.

Είμαι υποχρεωμένος, δυστυχώς, εδώ, να περιοριστώ σε κάποιες κεντρικές ιδέες, βιαστικά διατυπωμένες:

α. Η ερμηνεία που είχε παλιότερα επικρατήσει και διαδοθεί για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και άνθρωπο, σαν κόσμο και άνθρωπο αρμονίας και μέτρου, είναι παιδαριωδώς αφελής, ειδυλλιακή προβολή δυτικών σχημάτων και νοσταλγιών του 18ου και 19ου αιώνα. Η αρμονία και το μέτρο για τούς αρχαίους Έλληνες δεν είναι δεδομένα, αλλά προβλήματα και σκοπός που η πραγματοποίηση τους είναι πάντα αβέβαιη και επισφαλής σε ότι άφορα την ανθρώπινη ζωή.

β. Κεντρική για την αρχαία ελληνική σύλληψη είναι η ιδέα του Χάους. Για τον Ησίοδο {Θεογονία, στίχος 116), το σύνολο των όντων (θεοί και άνθρωποι, «πράγματα», «φαινόμενα» και «δυνάμεις») γεννιέται από το χάος, δηλαδή από το τίποτα, το κενό, το μηδέν (χαίνω): ἤτοι μὲν πρώτιστα Χάος γένετ'.

Αυτό το Χάος δεν έχει σχέση με την πολύ μεταγενέστερη έννοια του χάους ως συμφυρμού, κυκεώνα, γενικευμένης α-ταξίας. Εντούτοις όμως, στην ίδια την Θεογονία υπάρχει ένα έσχατο μέρος ή βάθος, μια ανάποδη του κόσμου, που είναι Χάος με την μεταγενέστερη έννοια: ο ποιητης του δίνει, συμβατικά και συμβολικά, το όνομα Τάρταρος (στίχοι 717─720, 722─723, 724─730, 731─735). Οι «ρίζες» του κόσμου ─«της γης και της στείρας θάλασσας»─ βγαίνουν απ' αυτό το τεράστιο κιούπι, που το στόμα του το ζώνει «τριπλή νύχτα». Οι «ρίζες» του κόσμου ─κόσμος = τάξη─, η «άλλη του όψη» είναι αυτός ο τερατώδης χώρος. Σε τούτη μόνο την όψη (όπου ζούμε και εμείς) βασιλεύει ─προς το παρόν─ ο Ζευς, και την κάνει να είναι κατα κάποιο τρόπο κόσμος.

γ. Ο κόσμος δεν είναι καμωμένος για τους ανθρώπους ούτε ενδιαφέρεται γι' αυτούς. Γενικότερα, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική αντίληψη για την ζωή, δεν υπάρχει καμία υπερβατική εξωκοσμική δύναμη που να ενδιαφέρεται για τούς ανθρώπους, ακόμα λιγότερο, να τούς «αγαπάει». Οι θεοί επεμβαίνουν μόνο αν κάποιος τούς ζημιώσει ή ασεβήσει εις βάρος τους κλπ. Έξαλλου, και οι ίδιοι οι θεοί δεν είναι παντοδύναμοι, υπόκεινται σε μια απρόσωπη Μοίρα, η οποία έφερε πρώτα τον Ουρανό, έπειτα τον Κρόνο κι έπειτα τον Δία. Ο Προμηθέας, στην ομώνυμη τραγωδία του Αισχύλου, μηνύει στον Δία μέσω του αγγελιαφόρου του Ερμή ότι:

νέον νέοι κρατεῖτε καὶ δοκεῖτε δὴ
ναίειν ἀπενθῆ πέργαμ᾽· οὐκ ἐκ τῶνδ᾽ ἐγὼ
δισσοὺς τυράννους ἐκπεσόντας ᾐσθόμην;
τρίτον δὲ τὸν νῦν κοιρανοῦντ᾽ ἐπόψομαι
αἴσχιστα καὶ τάχιστα.

[Νέοι, νέαν εξουσία κατέχετε και νομίζετε πως κατοικείτε απροσπέλαστα απ' τον πόνο παλάτια• μήπως δεν είδα μέχρι τώρα την καθαίρεση δύο τυράννων; Έτσι και τον τρίτο, τον σημερινό αφέντη θα δω να πέφτει πολύ άσχημα και πολύ σύντομα]

Προμηθεύς Δεσμώτης, στίχ. 955─959

δ. Τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 5ου αιώνα ─κι αυτή είναι η εποχή που με ενδιαφέρει: 8ος-5ος αιώνας─ για την αρχαία ελληνική αντίληψη, η μετα θάνατον ζωή η δεν υπάρχει ή, αν υπάρχει, είναι πολύ χειρότερη απ' την επίγεια ζωή. Αυτό λέγεται σαφώς στην Οδύσσεια, στη Νέκυια (λ, 488), όταν ο Οδυσσέας συναντα τη σκιά του νεκρού Αχιλλέα στον Άδη, η οποία και τού λέει:

μὴ δή μοι θάνατόν γε παραύδα, φαίδιμ’ Ὀδυσσεῦ.
βουλοίμην κ’ ἐπάρουρος ἐών θητευέμεν ἄλλῳ,
ἀνδρὶ παρ’ ἀκλήρῳ, ᾧ μὴ βίοτος πολὺς εἴη,
ἢ πᾶσιν νεκύεσσι καταφθιμένοισιν ἀνάσσειν

[Το θάνατο μη μου παινεύεις λαμπρέ Οδυσσέα. Καλύτερα την γη να δουλεύω υποτακτικός κάποιου φτωχού χωριάτη με λίγο βιός, παρά να βασιλεύω σ' όλους αυτούς τούς σβησμένους νεκρούς]

Οδύσσεια λ488─491

Αυτός είναι, λοιπόν, ο νόμος της υπάρξεως του είναι: νόμος γενέσεως και φθοράς, επιστροφής στο χάος, αν μπορώ να πω, και αναδημιουργίας του κόσμου από το χάος. Η ιδέα ενός ιστορικού νόμου, εγγυητή μιας ιδανικής κοινωνίας, είναι ιδέα άγνωστη στους Έλληνες, όπως άγνωστος είναι ο μεσσιανισμός ή η δυνατότητα εξωκοσμικής φυγής. Η θεώρηση αυτή εμπνέει μια στάση, σύμφωνα με την οποία ότι είναι να γίνει θα γίνει εδώ. Ό,τι δεν γίνεται εδώ, δεν γίνεται για μας, δεν μας άφορα, γίνεται άλλου, μεταξύ θεών, ή γίνεται στις ρίζες τού χάους. Το σημαντικό για μας γίνεται εδώ, εξαρτάται από μας κι εμείς θα το κάνουμε. Δεν θα το κάνει ούτε ο θεός, ούτε η ιστορική αναγκαιότητα, ούτε καμία πολιτική διεύθυνση, κάτοχος της επιστημονικής σοφίας επί των πολιτικών πραγμάτων, θα το κάνουμε εμείς οι άνθρωποι ─αν γίνεται, κι αν μας αφήσει η Μοίρα─ ή δεν μπορεί να γίνει. Και αυτό εν γνώσει μας ότι υποκείμεθα στον ίδιο νόμο που διέπει και τον υπόλοιπο κόσμο, νόμο γενέσεως και φθοράς. Το χάος το έχουμε και μέσα μας με την μορφή της ύβρεως, δηλ. της άγνοιας ή αδυναμίας αναγνωρίσεως των ορίων των πράξεων μας διότι, βεβαίως, αν τα όρια ήσαν σαφή και αναγνωρίσιμα εκ των προτέρων, δεν θα υπήρχε ύβρις, θα υπήρχε απλώς παράβαση ή αμάρτημα, έννοιες χωρίς κανένα βάθος.

Αυτό είναι έξαλλου κι ένα απ' τα μαθήματα της τραγωδίας, η οποία συνδέεται άμεσα με την φιλοσοφία και την γονιμοποιεί. Σαν πολιτικός θεσμός η τραγωδία είναι θεσμός αυτοπεριορισμού. Υπενθυμίζει διαρκώς στους Αθηναίους πολίτες ότι υπάρχουν όρια άγνωστα εκ των προτέρων στο δρών υποκείμενο, το όποιο ενεργεί υπεύθυνα αναλαμβάνοντας τους κινδύνους των πράξεων του. Κανείς δεν μπορεί να του τα υποδείξει εκ των προτέρων. Μόνο του πρέπει να τα καταλάβει η να τα διαισθανθεί.

Αυτές τις ιδέες τις ονομάζω κεντρικές φαντασιακές σημασίες. Αποτελούν τρόπο σημασιοδότησης της πραγματικότητας, της ανθρώπινης ζωής και του κόσμου. Τις συναντάμε από την καταβολή, από την αρχική σύσταση τού ελληνικού κόσμου, από τον Όμηρο ήδη και από την μυθολογία. Η σημασία της διαδοχής Ουρανού, Κρόνου, Διός, όπως περιγράφεται από τον μύθο, εκφράζει την ίδια αυτή φιλοσοφική αντίληψη που προσπάθησα να διατυπώσω περιληπτικά. Γι' αυτό και θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχουν πολλές και ωραίες μυθολογίες, μια όμως είναι αληθινή: η αρχαία ελληνική. Αληθινή με την έννοια ότι όλοι οι μύθοι της έχουν ένα σημασιακό υπόβαθρο, μέσα στο οποίο κατοπτρίζεται η ίδια μας η ζωή και κάθε ανθρώπινη ζωή.

Ο ελληνικός κόσμος κτίζεται πάνω στην επίγνωση ότι δεν υπάρχει φυγή από τον κόσμο κι από τον θάνατο, ότι ο άνθρωπος είναι θνητός. Στο σημείο αυτό θα τολμήσω να διορθώσω ένα μεγάλο Έλληνα ποιητή, τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Στο ποίημα του «Εις την οδόν των Φιλελλήνων», ο Εμπειρίκος τελειώνει με την ευχή: "να γίνη [...] πανανθρώπινη, η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμο εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου". Εγώ θα έλεγα: έκαμαν οίστρο της ζωής την γνώση του θανάτου.

Ο φόβος του θανάτου διακατείχε παντού και πάντοτε όλους τούς θνητούς. Ίσως αυτός μάς εμποδίζει κι εμάς σήμερα, όπως εμπόδισε πολλές φορές στο παρελθόν τούς ανθρώπους, να έχουμε τον απαιτούμενο οίστρο για την ζωή μας, να έχουμε δηλαδή την επίγνωση ότι είμαστε πραγματικά θνητοί, και ότι έχουμε να κάνουμε, αν γίνεται, θα γίνει εδώ, από μάς, και εδώ θα το κάνουμε, εμείς. http://www.epopteia.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=133:kk-i-elliniki-sillipsi-tou-kosmou&catid=29:vivliothiki&Itemid=178

Κορνήλιος Καστοριάδης
Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας

Πρόλογος του συγγραφέα στο "Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας", Δεκέμβριος 1974, εκδ. Κέδρος.

Αυτό το βιβλίο μπορεί να φανεί ανομοιόμορφο. Και είναι, από μια άποψη, γι αυτό και ορισμένες εξηγήσεις σχετικά με τις συνθήκες της σύνταξής του μπορούν να φανούν χρήσιμες στον αναγνώστη.

Το πρώτο του μέρος αποτελείται από το κείμενο "Μαρξισμός και επαναστατική θεωρία" που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Socialisme ou Barbarie από τον Απρίλιο του 1964 ςσ τον Ιούνιο τοθ 1965. Αυτό το ίδιο κείμενο ήταν η ατέρμονη ανάπτυξη μιας "Σημείωσης πάνω στην μαρξιστική φιλοσοφία και θεωρία της ιστορίας" που συνόδευε το "Επαναστατικό Κίνημα στον σύγχρονο καπιταλισμό". Και τα δύο μοιράστηκαν ταυτόχρονα στα μέλη της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα την άνοιξη του 1959. Όταν διακόπηκε η έκδοση του περιοδικού, η συνέχεια του κειμένου "Μαρξισμός και επαναστατική θεωρία", που στο μεγαλύτερό του μέρος είχε γραφεί αλλά δεν είχε δημοσιευθεί, παρέμεινε στα χαρτιά μου.

Το πρώτο αυτό μέρος, γραμμένο κάτω από την πίεση των χρονικών ορίων που επέβαλλε η έκδοση του περιοδικού, δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη εργασία, αλλά μια εργασία στο δρόμο της ολοκλήρωσής της. Αντίθετα απ όλους τους κανόνες της σύνταξης, οι τοίχοι του οικοδομήματος εκτίθενται ο ένας μετά τον άλλο ανάλογα με την πορεία της οικοδόμησης, περιστοιχισμένοι από τις σκαλωσιές που έχουν απομείνει, από σωρούς άμμου και πέτρας, κομμάτια από δοκάρια και βρώμικα μυστριά. Χωρίς να την ανάγω σε θεωρία, επωμίζομαι αυτού του είδους την παρουσίαση που την υπαγόρευσαν στην αρχή παράγοντες "εξωτερικοί". Κανονικά θα έπρεπε να είναι κοινός τόπος και να το αναγνωρίζουν όλοι ότι στην περίπτωση της εργασίας της σκέψης, το να αφαιρείς τις σκαλωσιές και να καθαρίζεις τον περίγυρο, όχι μόνο δεν προσφέρει τίποτα στον αναγνώστη, αλλά και του αφαιρεί κάτι το ουσιαστικό. Αντίθετα από το έργο τέχνης, δεν υπάρχει εδώ οικοδόμημα τελειωμένο, ούτε για τέλειωμα• εξίσου και περισσότερο από το αποτέλεσμα, σημασία έχει η εργασία της σκέψης, και ίσως αυτό είναι κυρίως εκείνο που μπορεί να δείξει ένας συγγραφέας, αν μπορεί να δείξει κάτι. Η παρουσίαση του αποτελέσματος ως συστηματικής και στιλβωμένης ολότητας, πράγμα που στην πραγματικότητα δεν είναι ποτέ, ή ακόμα η παρουσίαση της διαδικασίας οικοδόμησης - όπως συμβαίνει τόσο συχνά με τρόπο παιδαγωγικό αλλά απατηλό, σε τόσα φιλοσοφικά έργα - υπό μορφή μιας ρυθμισμένης και ελεγχόμενης λογικής διαδικασίας, δεν μπορεί παρά να ενισχύσει στον αναγνώστη την ολέθρια αυτή αυταπάτη προς την οποία εκ φύσεως οδηγείται, όπως όλοι μας, ότι το οικοδόμημα κτίστηκε γι' αυτόν και ότι από εδώ και πέρα δεν έχει παρά να το κατοικήσει, αν του αρέσει. Σκέπτομαι δεν σημαίνει οικοδομώ Παρθενώνες ή συνθέτω συμφωνίες. Τη συμφωνία, αν υπάρχει, πρέπει να τη δημιουργήσει ο αναγνώστης μέσα στα ίδια του τ' αυτιά.

Όταν παρουσιάστηκε η δυνατότητα μιας έκδοσης του συνόλου, μου φάνηκε καθαρά ότι θα έπρεπε να ξαναπιάσω και να επεξεργαστώ από την αρχή την ανέκδοτη συνέχεια του κειμένου "Μαρξισμός και επαναστατική θεωρία". Οι ιδέες που είχαν ήδη αναδυθεί και διατυπωθεί στο δημοσιευμένο μέρος αυτού του κειμένου - η ιδέα της ιστορίας ως δημιουργίας εκ του μηδενός, της θεσμίζουσας και θεσμισμένης κοινωνίας, του κοινωνικού φαντασιακού της θέσμισης της κοινωνίας ως δικού της έργου, του κοινωνικό-ιστορικού ως τρόπου ύπαρξης παραγνωρισμένου από την κληρονομημένη σκέψη - είχαν στο μεταξύ μεταμορφωθεί στα μάτια μου από σημεία άφιξης σε σημεία εκκίνησης, που απαιτούσαν να ξανασκεφθώ τα πάντα, με βάση αυτές τις ιδέες. Η επανεξέταση της ψυχαναλυτικής θεωρίας (στην οποία αφιέρωσα το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου από το 1965 μέχρι το 1968), ο στοχασμός πάνω στη γλώσσα (από το 1968 μέχρι το 1971), μια καινούργια μελέτη της παραδοσιακής φιλοσοφίας που έκανα τα τελευταία αυτά χρόνια, μου ενίσχυσαν αυτή την πεποίθηση, ενώ συγχρόνως μου έδειχναν ότι τα πάντα μέσα στην κληρονομημένη σκέψη δένονταν, συνδέονταν μεταξύ τους και με τον κόσμο που είχε παράγει αυτή τη σκέψη - κόσμο στη διαμόρφωση του οποίου είχε με τη σειρά της συμβάλλει και αυτή. Και η επιβολή που ασκούν στο πνεύμα μας τα σχήματα αυτής της σκέψης, σχήματα που δημιούργησε μια τρισχιλιόχρονη προσπάθεια τόσων απαράμιλλων στοχαστών, αλλά επίσης - και είναι μια από τις κεντρικές ιδέες αυτού του βιβλίου - σχήματα, που μέσα τους και μέσω των οποίων εκφράζονται, εκλεπτύνονται και αναπτύσσονται όλα όσα η ανθρωπότητα μπόρεσε να σκεφθεί εδώ και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, και τα οποία αντικατοπτρίζουν, με μιαν έννοια, τις ίδιες τις τάσεις της θέσμισης της κοινωνίας, αυτή η επιβολή δεν θα μπορούσε να κλονισθεί, αν υποθέσουμε ότι μπορεί κατ αρχήν να κλονισθεί, παρά από μια ακριβή και λεπτομερή κατάδειξη, ένα προς ένα των ορίων αυτής της σκέψης και των εσωτερικών αναγκαιοτήτων που προκύπτουν από τον τρόπου του είναι της, και που την οδήγησαν να αποκρύψει αυτό που μου φαίνεται ουσιαστικό. Τούτο δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια ενός βιβλίου, ούτε και περισσότερων. Έπρεπε συνεπώς να μην ασχοληθώ καθόλου, ή απλώς με υπαινιγμούς, με θέματα που θεωρώ εξίσου σημαντικά με εκείνα που αναπτύσσονται στο δεύτερο μέρος αυτής της εργασίας. Ανάμεσα σ' αυτά είναι τα θέματα του θεσμού και της λειτουργίας της θεσμισμένης κοινωνίας, της διαίρεσης της κοινωνίας, της καθολικότητας και της ενότητας της ιστορίας, της ίδιας της δυνατότητας μιας διαύγασης του κοινωνικο-ιστορικού, όπως αυτή που επιχειρείται εδώ, της πολιτικής σημασίας, των πολιτικών συνεπειών αυτής της εργασίας. Επίσης, η καθαρά φιλοσοφική πλευρά του προβλήματος του φαντασιακού και της φαντασίας έμεινε για ένα βιβλίο, Το Φαντασιακό Στοιχείο, που θα δημοσιευθεί προσεχώς. Μ' αυτή την έννοια, ούτε το δεύτερο μέρος αυτού του βιβλίου αποτελεί ένα τελειωμένο οικοδόμημα.

Θα ήταν γελοίο να επιχειρήσουμε ν' αντικαταστήσουμε εδώ, με μερικές φράσεις ή παραγράφους, τη συζήτηση των θεμάτων αυτών. Σε ένα μόνο σημείο θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή του αναγνώστη, για να αποφευχθούν οι παρεξηγήσεις. Αυτό που, από το 1964, ονόμασα κοινωνικό φαντασιακό -όρο που από τότε τον πήραν και τον χρησιμοποίησαν όπως να 'ναι - και γενικότερα αυτό που ονομάζω φαντασιακό δεν έχει καμία σχέση με ότι παριστάνεται συχνά μ' αυτή την ονομασία. Ιδιαίτερα, δεν έχει καμία σχέση μ' αυτό που παρουσιάζεται σαν "φαντασιακό" από ορισμένα ψυχαναλυτικά ρεύματα: το "κατοπτρικό", που δεν είναι φυσικά παρά εικόνα τινός και εικόνα αντανακλώμενη, με άλλα λόγια αντανάκλαση ή ακόμα υπο-προϊόν της πλατωνικής οντολογίας (είδωλον), έστω και αν εκείνοι που μιλούν γι' αυτό αγνοούν την προέλευσή του. Το φαντασιακό δεν υφίσταται μέσα από την εικόνα στον καθρέπτη ή μέσα στο βλέμμα του άλλου. Μάλλον, ο ίδιος ο "καθρέπτης" και η δυνατότητά του, και ο άλλος σαν καθρέπτης, είναι έργα του φαντασιακού, το οποίο είναι δημιουργία ex nihilo. Εκείνοι που μιλούν για "φαντασιακό" εννοώντας μ' αυτό το "κατοπτρικό", δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνουν, τις περισσότερες φορές χωρίς να το ξέρουν, τη θέση που τους αλυσόδεσε για πάντα σ' ένα κάποιο υπόγειο του περίφημου σπηλαίου: ανάγκη τόνδε τον κόσμον εικόνα τινός είναι.

Το φαντασιακό για το οποίο μιλώ, δεν είναι εικόνα τινός. Είναι δημιουργία ακατάπαυστη και ουσιαστικά ακαθόριστη (δημιουργία κοινωνικο-ιστορική και ψυχική) μορφών/εικόνων, βάσει των οποίων και μόνο μπορεί να τεθεί θέμα τινός. Ότι αποκαλούμε "πραγματικότητα" και "ορθολογικότητα" αποτελούν έργο του.

Η ίδια αυτή η ιδέα της εκόνας τινός είναι εκείνη που ανέκαθεν υποτείνει τη θεωρία ως Βλέμμα, το οποίο εποπτεύει αυτό που είναι. Αυτό που επιχειρώ εδώ, δεν είναι μια θεωρία της κοινωνίας και της ιστορίας με την κληρονομημένη έννοια του όρου θεωρία. Είναι μια διαύγαση, κι αυτή η διαύγαση, έστω κι αν παίρνει αναπόφευκτα μια αφηρημένη μορφή, είναι αξεχώριστη από μια πολιτική βλέψη και από ένα πολιτικό πρόταγμα. Περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η ιδέα της καθαρής θεωρίας αποτελεί εδώ ένα ασυνάρτητο πλασματικό κατασκεύασμα. Δεν υπάρχει τρόπος και άποψη έξω από την ιστορία και την κοινωνία, ή "λογικά προγενέστερος" από αυτές, όπου θα μπορούσαμε να σταθούμε για να κάνουμε από εκεί τη θεωρία τους - για να τις εποπτεύσουμε, να τις θεωρήσουμε, να βεβαιώσουμε την καθορισμένη αναγκαιότητα του ούτως-είναι τους, να τις "συγκροτήσουμε, να τις σκεφτούμε ή να τις αντανακλάσουμε στην ολότητά τους. Κάθε σκέψη πάνω στην κοινωνία και την ιστορία ανήκει η ίδια στην κοινωνία και στην ιστορία. Κάθε σκέψη, όποια κι αν είναι, και όποιο κι αν είναι το "αντικείμενό" της, δεν αποτελεί παρά τρόπο και μορφή του κοινωνικο-ιστορικού ποιείν-πράττειν. Μπορεί η ίδια να αγνοεί αυτή τη φύση της - κι αυτό ακριβώς της συμβαίνει τις περισσότερες φορές, από εσωτερική μπορούμε να πούμε αναγκαιότητα. Και να τη γνωρίζει όμως, αυτό δεν την κάνει να βγει από τον τρόπο του είναι της, ως διάστασης του κοινωνικο-ιστορικου ποιείν/πράττειν. Μπορεί όμως να την επιτρέψει να είναι εναργής σε ότι την αφορά. Αυτό που ονομάζω διαύγαση, είναι η εργασία μέσα από την οποία οι άνθρωποι προσπαθούν να σκεφτούν αυτό που κάνουν, και να γνωρίσουν αυτό που σκέπτονται. Και είναι κι αυτό μια κοινωνικο-ιστορική δημιουργία. Η αριστοτελική διαίρεση θεωρίας, πράξις, ποίησις είναι παράγωγη και δεύτερη. Η ιστορία είναι ουσιαστικά ποίησις, και όχι μιμητικό ποίημα, αλλά δημιουργία και γένεση οντολογική μέσα και χάρη στο ποιείν/πράττειν και στο παριστάνειν/λέγειν των ανθρώπων. Αυτό το ποιείν/πράττειν και αυτό το παριστάνειν/λέγειν θεσμίζονται επίσης ιστορικά, από μια στιγμή κι έπειτα, ως σκεπτόμενο πράττειν ή σκέψη που ποιεί τον εαυτό της.

Το κακό αρχίζει επίσης όταν ο Ηράκλειτος τόλμησε να πει: "Ακούγοντας όχι εμένα, αλλά τον λόγο, πεισθείτε ότι...". Βέβαια, έπρεπε να αγωνισθεί εναντίον τόσο της προσωπικής αυθεντίας, όσο και της απλής γνώμης, της ασυνάρτητης αυθαιρεσίας, της άρνησης να δώσουμε στους άλλους λόγο και λογαριασμό γι' αυτά που λέμε - λόγον δίδόναι. Μην ακούτε όμως τον Ηράκλειτο. Αυτή η ταπεινοφροσύνη δεν είναι παρά το αποκορύφωμα της αλαζονείας. Τον λόγο δεν τον ακούτε ποτέ• αυτό που ακούτε είνια πάντα κάποιος, τέτοιος που είναι, από εκεί που είναι, που μιλάει με ενδεχόμενο κίνδυνο δικό του, αλλά και δικό σας. Και ότι στον "καθαρό θεωρητικό" μπορεί να τεθεί σαν αναγκαίο αίτημα ευθυνης και ελέγχου του λέγειν του, καταν΄ταει αναγκαστικά, στους πολιτικούς στοχαστές, κάλυμμα φιλοσοφικό, πίσω από το οποίο μιλούν - αυτοί μιλούν. Μιλούν στο όνομα του όντος και του είδους του ανθρώπου και της πολιτείας - όπως ο Πλάτων• μιλούν στο όνομα των νόμων της ιστορίας ή του προλεταριάτου, όπως ο Μαρξ. Θέλουν να προφυλάξουν αυτό που έχουν να πουν - που μπορεί να είναι, και ήταν ασφαλώς, απείρως σημαντικό - πίσω από το ον, τη φύση, τη ratio, την ιστορία, τα συμφέροντα μιας τάξης "εν ονόματι της οποίας" δήθεν εκφράζονται. Ποτέ όμως κανείς δεν μιλάει στο όνομα κανενός άλλου - εκτός και αν έχει ρητά εξουσιοδοτηθεί. Το πολύ, ν' αναγνωρίσουν οι άλλοι τον εαυτό τους μέσα σ' αυτά που λέει - αλλά κι αυτό ακόμη δεν "αποδεικνύει" τίποτα, διότι αυτό που έχει λεχθεί μπορεί να επιφέρει, και επιφέρει μερικές φορές, μια "αναγνώριση" που τίποτα δεν μας επιτρέπει να διαβεβαιώσουμε ότι θα είχε υπάρξει χωρίς αυτόν τον λόγο, ούτε ότι τον επικυρώνει από μόνη της. Εκατομμύρια Γερμανών "αναγνώρισαν τον εαυτό τους" στον λόγο του Χίτλερ• εκατομμύρια "κομμουνιστών" στον λόγο του Στάλιν.

Ο πολιτικός, και ο πολιτικός στοχαστής, μιλούν με καθαρά δική τους ευθύνη. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτός ο λόγος είναι ανεξέλεγκτος - επικαλείται τον έλεγχο όλων• ούτε ότι είναι απλώς "αυθαίρετος" - αν είναι, κανείς δεν θα τον ακούσει. Όμως, ο πολιτικός δεν μπορεί να προτείνει, να προτιμήσει , να προβάλει, επικαλούμενος μια θεωρία δήθεν αυστηρή - ούτε παρουσιάζοντας τον εαυτό του σαν εκπρόσωπο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής κατηγορίας. Αυστηρώς αυστηρή θεωρία δεν υπάρχει καν στα μαθηματικά, πως θα μπορούσε να υπάρξει στην πολιτική; Και κανένας δεν είναι ποτέ, παρά μόνο συγκυριακά, ο πραγματικός εκπρόσωπος μιας συγκεκριμένης κοινωνικής κατηγορίας - και αν ήταν, θα έπρεπε ακόμη να αποδείξει ότι η άποψή της ισχύει για όλους, πράγμα που θα μας επαναφέρει στο προηγούμενο πρόβλημα. Δεν πρέπει ν' ακούμε έναν πολιτικό που μιλάει εν ονόματι...• από τη στιγμή που προφέρει αυτές τις λέξεις, απατάει ή απατάται, λίγο ενδιαφέρει. Περισσότερο από κάθε άλλον, ο πολιτικός, και ο πολιτικός στοχαστής, μιλούν εν ονόματί τους και με δική τους ευθύνη. Πράγμα που είναι, φυσικά, η υπέρτατη μετριοφροσύνη.

Ο λόγος και το πρόταγμα του πολιτικού μπορούν να ελεχθούν δημόσια από πάρα πολλές πλευρές. Είναι εύκολο να φαντασθεί, και μάλιστα να εκθέσει κανείς, ιστορικά παραδείγματα ασυνάρτητων ψευδο-προταγμάτων. Όμως ο λόγος αυτός δεν είναι δημόσια ελέγξιμος στον κεντρικό του πυρήνα, αν ο πυρήνας αυτός αξίζει κάτι - όπως δεν είναι δημόσια ελέγξιμη και η κίνηση των ανθρώπων με την οποία πρέπει να συναντηθεί και χωρίς την οποία δεν είναι τίποτα. Διότι και το ένα και το άλλο και η σύνδεσή τους θέτουν, δημιουργούν, θεσμίζουν νέες μορφές, όχι μόνο της νοητότητας αλλά και του κοινωνικο-ιστορικού ποιείν/πράττειν, παριστάνειν, αξίζειν/ισχύειν - μορφές που δεν συζητούνται ή σταθμίζονται εύκολα απλώς με τα προηγούμενα κριτήρια της θεσμισμένης ratio. Και το ένα και το άλλο και η σύνδεσή τους δεν υπάρχουν παρά σαν στιγμές και μορφές του θεσμίζοντος πράττειν, της αυτοδημιουργίας της κοινωνίας.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την xbet στις Τρι 8 Σεπ 2015 - 18:15, 2 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κορνήλιος Καστοριάδης    Τρι 8 Σεπ 2015 - 18:07

Γιώργος Βέης
Encore / Ακόμη

«Η κοινωνία εδράζεται σε ένα κοινό σφάλμα, σε ένα έγκλημα που διαπράχθηκε από κοινού».
Σίγκμουντ Φρόιντ

Έχει ειπωθεί με την ανάλογη μάλιστα έμφαση ότι για τον Σίγκμουντ Φρόιντ «ο άνθρωπος είναι πραγματικά μια δαρβίνεια παραλλαγή, καταδικασμένη να παράγει πολιτισμό, ένας «λύκος» που πρέπει να ευχόμαστε να εξημερωθεί. Για να περισωθούν οι πολιτισμικές αξίες, ο λύκος πρέπει ν’ αφήσει την αυθεντικότητά του να γίνει απουσία και μνήμη, δηλαδή γλώσσα και συνείδηση.

Είναι αλήθεια, πως η αμερικανική έκδοση της φροϋδικής ορθοδοξίας, μιαν ηρωική έξοδο προς τις καταναλωτικές υποσχέσεις του Νέου Κόσμου και κρατημένη μακριά απ΄ τα ευρωπαϊκά οντολογικά προβλήματα, δογματοποίησε τις προσαρμοστικές αρετές της συνείδησης και βρήκε στον ρεαλισμό του «Εγώ» το θεραπευτικό πασπαρτού τη» (Ιδέτε Μάριος Μαρκίδης, Η ψυχανάλυση του διχασμένου υποκειμένου, εκδόσεις Έρασμος, 1980, σ. 77 επ.). Ο Ζακ Λακάν (1901 -1981) εργάζεται, ως γνωστόν, πυρετωδώς επί δεκαετίες στους αντίποδες ακριβώς αυτής της πράξης-θεώρησης των πραγμάτων. Η καταδήλωσή του είναι χαρακτηριστική της όλης πρόθεσής του: «Η ψυχανάλυση δεν είναι ούτε μια Weltanschauung, ούτε μια φιλοσοφία που διατείνεται ότι δίνει το κλειδί του σύμπαντος. Διέπεται από μια στόχευση ειδική που είναι ιστορικά καθορισμένη από την επεξεργασία της έννοιας του υποκειμένου. Θέτει αυτή την έννοια με τρόπο καινούργιο, οδηγώντας πάλι το υποκείμενο στη σημαίνουσα εξάρτησή του». (Βλ. Ζακ Λακάν, Το σεμινάριο, Βιβλίο ΧΙ, Οι τέσσερις θεμελιακές έννοιες της ψυχανάλυσης, 1964, μετάφραση: Ανδρομάχη Σκαρπαλέζου, τελική ανάγνωση: Γιώργος Χειμωνάς, εκδόσεις Ράππα,1977. Υπομνηματίζοντας και αναστηλώνοντας το φροϊδικό καταπίστευμα, ο Ζακ Λακάν ανανεώνει το ενδιαφέρον μας για την υπόθεση κυρίως της χαρτογράφησης του ασυνειδήτου. Είναι αυτό ακριβώς το οποίο έναν αιώνα πριν ο Αρθούρος Σοπενχάουερ, σε μια όντως εντυπωσιακή στιγμή έκλαμψης της ανθρώπινης σκέψης, είχε βαφτίσει «Wille», ήτοι «Βούληση». Τα σεμινάριά του Ζακ Λακάν, όπως τα διέσωσε η φροντίδα του Ζακ-Αλέν Μιλέρ, είναι εκ παραλλήλου τα διαχρονικά αποτυπώματα αυτής της έμμονης πορείας προς την διοργάνωση της γλώσσας της δικής του αλήθειας.

Αν στο Encore (αλλά και δυνητικά En corps, δηλαδή Εν σώματι) /Ακόμη, εικοστό κατά σειρά σεμινάριο, το οποίο εκδόθηκε το 1975, μαθαίνουμε ότι εν τέλει «η αγάπη είναι ανέφικτη, και η σεξουαλική σχέση βυθίζεται στο μη νόημα, πράγμα όμως που δεν μειώνει καθόλου το ενδιαφέρον που πρέπει να έχουμε για τον Άλλον» και ότι τα σημαίνον άντρας ή το σημαίνον γυναίκα, θα είναι πάντα επιθυμητά, αναδυόμενα μαζί με την ίδια την ανάδυση του γλωσσικού μας οργάνου, το οφείλουμε, μεταξύ άλλων, σε μια ιδιάζουσα ανάλυση, ιδιαίτερο στοιχείο της οποίας είναι η κρατυλική επανερμηνεία και επανεξέταση κρισίμων όρων και τύπων τόσο της καθημερινής ζωής, όσο και του ακαδημαϊκού βίου εν γένει. Βεβαίως «στα σεμινάρια εκφέρεται ο προτρεπτικός λόγος – που είναι συνυφασμένος με υπαινιγμούς, επιστημονικούς ή λογοτεχνικούς στολισμούς, λίβελους και μια προσπάθεια αποδόμησης της δόξας[…]Είναι μονόλογοι που παίρνουν το σχήμα διαλόγων στους οποίους δε γίνονται παραχωρήσεις στους συμβατικούς κανόνες της ευγένειας […] Είναι αλήθεια ότι τα σεμινάρια απευθύνονται στους αναλυτές και στους αναλυόμενους. Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι υπάρχει ο «κλειστός εσωτερικός κύκλος» που χαρακτηρίζει την εσωτερική διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών σχολών […] Υπάρχει λοιπόν στον Λακάν όπως και στον Αριστοτέλη μια εσωτερική και μια εξωτερική διδασκαλία, καθώς επίσης η διάκριση ανάμεσα στον προφορικό και στον γραπτό λόγο. Αλλά στην περίπτωση του Λακάν οι σχέσεις της μιας διάκρισης με την άλλη έχει αντιστραφεί».(Βλ. Ζαν-Κλωντ Μιλνέρ, Το κρυστάλλινο έργο, Ο Λακάν, η επιστήμη, η φιλοσοφία, μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Οικονόμου, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 68 επ.). Οι απρόοπτοι αναγραμματισμοί, οι αιφνιδιαστικές παρετυμολογίες, τα παράδοξα έως και ακατανόητα συμπεράσματα εξ ίσου δυσνόητων θεωρημάτων, συχνά αυστηρής μαθηματικής υφής, οι ακραίοι εννοιολογικοί διασκελισμοί, τα ευφυέστατα λογοπαίγνια, τα σκιρτήματα των συλλαβών, το κρυφτούλι με τα ομόφωνα, η προσφυγή στη θεωρία των συνόλων για να αποδώσει μιαν πρωτογενή ψυχαναλυτική εκδοχή, οι σωρείες των νεολογισμών, που καταθέτει και στο έργο του αυτό ο Ζακ Λακάν δεν είναι ακριβώς παιχνίδια μιας αχαλίνωτης ρητορικής δεινότητας ενός αενάως παραληρούντος Εγώ, αλλά τομές, κοψίδια και μνημεία λόγου Ερημίας.

Αναζητώντας τον δίδυμό του, ο λόγος οδηγείται σ΄ ένα σπήλαιο ασυνειδήτου. Εκεί γράφεται από την αρχή ο κόσμος-ή ό,τι περίπου είναι ο κόσμος. Ο ίδιος Ζακ Λακάν δεν παραλείπει να μνημονεύσει, ή ακόμη και να επινοήσει, όπως θα μας έλεγε εν προκειμένω, ένας άλλος διάσημος παραδοξολόγος, δηλαδή ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ένα ορθογραφικό λάθος. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά αποκαλυπτικό λάθος, το οποίο του είχε διαφύγει σε ένα ερωτικό του γράμμα σε μια γυναίκα, όταν, αντί να χρησιμοποιήσει τον ορθό επιθετικό προσδιορισμό «αγαπημένη», ισχυριζόταν: «ποτέ δεν θα μάθεις πόσο μου ήσουν αγαπημένος». Και στο σημείο αυτό δεν υπολανθάνει ένας έμμεσος πλην σαφής δείκτης ομοφυλόφιλης προαίρεσης, αλλά μια αγάπη πέρα από τη θεμελιώδη διάκριση του φύλου. Κατά συνέπεια, αν κατανοήσουμε αυτό ακριβώς, ότι δηλαδή δεν είναι ποτέ αντικείμενο της αγάπης μας η «φυλική» διάσταση του Άλλου, μπορούμε να ξεπεράσουμε το σκόπελο των λακανικών ιδιορρυθμιών της γλωσσικής του τάξης και να εισπράξουμε όλο το νόημα, το οποίο εμφιλοχωρεί φέρ΄ ειπείν στην εξής εξόφθαλμα αιρετική διαπίστωση: «το ομιλούν σώμα […] δεν μπορεί να πετύχει να αναπαραχθεί παρά χάρη σε μια παρεξήγηση της απόλαυσής του. Και αναπαράγεται με το να αστοχεί στην απόλαυση του - δηλαδή με το να γαμεί».

Είναι πολλές οι παράγραφοι όπου ο Ζακ Λακάν κλείνει το μάτι στον υποψιασμένο του αναγνώστη. Δανείζεται άλλωστε από παντού σχεδόν το υλικό, το οποίο αρμόζει κατά περίπτωση. Από την άποψη αυτή, τελείται ένας πρωτογενής γνωσιοθεωρητικός αναπροσανατολισμός. Ο ψυχαναλυτής έρχεται λοιπόν προς τη μεριά μας. Γίνεται περισσότερο βατός. Παύει να ανήκει στον κλειστό κόσμο των συναδέλφων του. Καθίσταται δηλαδή και δικός μας. Η φιλοσοφία, η γλωσσολογία, η κοινωνιολογία, η δομική ανθρωπολογία, η ποιητική τέχνη αρδεύονται, μεταξύ άλλων, συστηματικά. Τη λακανική σκέψη θα μπορούσα να την παραβάλω με ευεργετικό πολύποδα. Έστω παράδειγμα οι προκλητικότατοι αφορισμοί του περί της Ιστορίας ειδικότερα. Παραθέτω από τη σελίδα 117: «…εκείνου του πράγματος που απεχθάνομαι, για πολύ βάσιμους λόγους, δηλαδή της Ιστορίας. Η Ιστορία είναι ακριβώς φτιαγμένη για να μας δίνει την ιδέα ότι έχει κάποιο νόημα. Αντίθετα, το πρώτο από τα πράγματα που έχουμε να κάνουμε είναι να ξεκινάμε από το εξής, ότι έχουμε εδώ μπροστά μας μια ρήση, που είναι η ρήση ενός άλλου, ο οποίος μας αφηγείται τις κουταμάρες του, τις αμηχανίες του, τα κωλύματά του, τις συγκινήσεις του, και το θέμα εδώ είναι να διαβάσουμε τι; - τίποτε άλλο παρά τις επιπτώσεις των ρήσεών του. Οι επιπτώσεις αυτές βλέπουμε με τι τρόπο αναστατώνουν, αναταράζουν, ταλαιπωρούν τα ομιλούντα όντα». Ας το αντιπαραβάλλουμε, για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής, με την περιώνυμη θέση επί του αυτού θέματος, όπως μας την παρέδωσε ο προαναφερόμενος Αρθούρος Σοπενχάουερ «αν ψάχνεις να βρεις ένα νόημα στην Ιστορία, είναι σαν να κοιτάς τα σύννεφα. Στα σύννεφα βλέπεις σχήματα που μοιάζουν με λιοντάρια, με βουνά, με λίμνες, με θάλασσες. Είναι σχήματα αυθαίρετα, κατά τον ίδιο τρόπο που είναι αυθαίρετη και η Ιστορία. Βλέπω την ιστορία σαν ένα μεγάλο όνειρο, που όμως δεν το ονειρεύεται κανείς. Είναι σαν όνειρο που ονειρεύεται τον εαυτό του. Ίσως όμως δεν έχει προορισμό…».

Ξαναδιαβάζοντας τον Φρόιντ, ο Λακάν οικοδομεί συνάφειες πραγματικοτήτων. «Δυστυχώς όμως», τονίζει ο Στάνλεϊ Α. Λίβι, «για τον αρχάριο, προτιμάει να διατυπώνει τις ιδέες του σε μιαν απόκρυφη γλώσσα περισσότερο ανοικτή στηγ ερμηνεία παρά στην παρουσίαση. Μεγάλες και απρόβλεπτες μετακινήσεις της έμφασης είναι επίσης κανόνας γι΄ αυτόν, εκθέτοντας έτσι σε κίνδυνο οιονδήποτε θα κατέβαλε την προσπάθεια να σκιαγραφήσει την εξέλιξη της σκέψης του». (Βλ. Στάνλεϊ Α. Λίβι, Η σημασία του Jacques Lacan, μετάφραση Ζηνοβία Δρακοπούλου, περιοδικό Εποπτεία, τεύχος 55, 1981). Δεν μπορώ να ξέρω, συν τοις άλλοις, πόσο πιστά μετέγραψε το Encore/Ακόμη, για το μέλλον των ψυχαναλυτικών σπουδών, σε παγκόσμια μάλιστα βάση, ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι η φυσιογνωμία του λακανικού ιδιώματος έκανε τον μεταφραστή να ομολογήσει ευθέως ότι κρατάμε εν τέλει στα χέρια μας «το αποτέλεσμα μιας απερισκεψίας! […] Ο υπογραφόμενος, αν διεκδικούσε την επιτυχία, θα ήταν αφελής. Λόγω πείρας, του επιτρέπεται να είναι, απλώς, απερίσκεπτος». Πάντως, ο γαλλομαθής αναγνώστης έχει στη διάθεσή του το και το ακριβές πρωτότυπο. Έτσι μπορεί να υποστηρίξει την ασφαλή κι άλλο τόσο αυστηρή διαδικασία αξιολόγησης της συγκεκριμένης μεταφραστικής πράξης.

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κορνήλιος Καστοριάδης    Τρι 8 Σεπ 2015 - 18:09

Άρθουρ Καίστλερ
Το Ψευτοδίλημμα

Από το "Τέχνη, Επιστήμη και Ελευθερία", έκδοση του 'Συνεδρίου δια την πνευματική ελευθερία', Αθήνα, 1955.

Η αντινομία: δεξιά ή αριστερά, σοσιαλισμός ή καπιταλισμός, έχει χάσει σήμερα κατά πολύ την έννοιά της. Όσον καιρό η Ευρώπη θα μένει προσκολλημένη σ' αυτό το ψεύτικο δίλημμα, που παρεμποδίζει κάθε σαφή σκέψη, είναι αδύνατη η δημιουργική λύση των προβλημάτων της εποχής μας.

Η καταγωγή του όρου «πολιτική αριστερά» ανάγεται στην κατανομή των πολιτικών ομάδων στη γαλλική εθνοσυνέλευση ύστερα από την επανάσταση. Ο όρος διαδόθηκε έπειτα γρήγορα σε όλη την ήπειρο και χρησίμευσε για τον χαρακτηρισμό της πτέρυγας εκείνης των νομοθετικών σωμάτων που ευρίσκετο αριστερά της έδρας του προέδρου και ακολουθούσε κατά παράδοση φιλελεύθερες και δημοκρατικές τάσεις. Στην επόμενη φάση ο όρος χρησιμοποιήθηκε μεταφορικά και για όλα τα ριζοσπαστικά και εξτρεμιστικά ρεύματα των ιδεολογικών σχολών ή κινημάτων. Από τότε η έκφραση αυτή χρησιμοποιήθηκε με μια έννοια που εγίνετο κατά το μάλλον και μάλλον συγκεχυμένη και μεταφυσική και όσο περισσότερο έχανε κάθε συγκεκριμένη σημασία τόσο πιο ισχυρή καθίστατο ψυχολογικά η ελκτική της δύναμη. Έτσι πριν απ' τον πόλεμο υφίστατο μέσα στο γαλλικό κοινοβούλιο μισή δωδεκάδα κομμάτων που είχαν στην επωνυμία τους τη λέξη «αριστερός» (κόμμα αριστερό ριζοσπαστικό, αριστερό ριζοσπαστικό και ανεξάρτητο, αριστερό δημοκρατικό και ριζοσπαστικό, κλπ) και που όλα χωρίς εξαίρεση ήταν συντηρητικές πολιτικές ομάδες. Μέχρι των ήμερων μου οι φιλελεύθεροι και οι σοσιαλδημοκράτες αυτοχαρακτηρίζονταν ως «μετριοπαθής αριστερά». Αν είχαμε τη συνήθεια να παίρναμε στα σοβαρά τις λέξεις, όλα αυτά θα σήμαιναν ότι τα κόμματα αυτά διακρίνονται από τους γείτονες των της «άκρας αριστεράς» μόνο ως προς τις υποχρεώσεις όχι όμως και ως προς την ουσία. Και η άκρα αριστερά στολίζει τον εαυτό της αυτάρεσκα με τον τιμητικό αυτό τίτλο, αν και σχεδόν κάθε σημείο του προγράμματος της βρίσκεται σε αντίθεση προς τις αρχές εκείνες που πρώτα ήταν συνυφασμένες με την ιστορική αριστερά.

Πρέπει κανείς να λάβει υπ' όψιν τη δύναμη που ασκεί η λέξη πάνω στο πνεύμα. Η σημασιολογία κάνει αυστηρή διάκριση ανάμεσα στη χρήση των λέξεων ως εννοιολογικών συμβόλων και τη χρήση ως εξορκιστικών σημάτων φορτωμένων με συναισθηματική δύναμη. Όταν έχει κανείς υπ' όψιν του τη μοίρα λέξεων όπως «η αριστερά», «ειρήνη», «ελευθερία» ή «δημοκρατία», δηλαδή λέξεων που δεν έχουν μια γενικώς ισχύουσα έννοια και εν τούτοις επηρεάζουν ισχυρότατα τα συναισθήματα, μπορεί δικαιολογημένα να υποθέσει ότι εδώ δρα κάποιος νόμος σύμφωνα με τον όποιο, στη σφαίρα της πολιτικής, οι λέξεις γίνονται τόσο πιο ισχυρές όσο περισσότερο έχουν χάσει την έννοια τους. Ακριβώς όπως στη ραδιενέργεια το φαινόμενο της διάσπασης συνοδεύεται από τη μεταβολή της μάζας σε ενέργεια, έτσι και στην πολιτική ψυχολογία φαίνεται ότι η εννοιολογική ουσία των λέξεων μεταβάλλεται σε ακτινοβόλο ενέργεια εξαιρετικά βλαβερής μορφής. Και υπό ορισμένες συνθήκες το φαινόμενο αυτό παίρνει αναγκαστικά τη μορφή μιας αιφνίδιας έκρηξης.

Εν συντομία, ο όρος «η αριστερά» απέβη σήμερα ένας βλαβερός αναχρονισμός, ο οποίος οδηγεί παραπλανητικά στο ψεύτικο συμπέρασμα ότι ανάμεσα στη μετριοπαθή και την άκρα αριστερά υπάρχει ένα συνεχόμενο φάσμα, δηλαδή μια πνευματική συγγένεια ανάμεσα στους προοδευτικούς φιλελευθέρους και τους λάτρεις της τυραννίας και της τρομοκρατίας. Η παθητική αποδοχή της παραπλανητικής αυτής ορολογίας παρέχει τη δυνατότητα στις δυνάμεις της αντίδρασης να επιτυγχάνουν τη συνταύτιση κάθε θετικής σκέψης με την κομμουνιστική ανατρεπτική ιδεολογία. Και ακόμη περισσότερο: τόσο μεγάλη είναι η δύναμη της λέξης πάνω στο πνεύμα, ώστε εκείνος που είναι συνηθισμένος να θεωρεί τον εαυτό του ως «άνθρωπο της αριστεράς» παραστρατεί από μια απατηλή φραστική συνταύτιση σ' ένα ψυχολογικά πραγματικό συναίσθημα αλληλεγγύης, Το συναίσθημα αυτό μπορεί απέναντι στο αντικείμενο του — τους γείτονες της «άκρας αριστεράς» — να εκδηλώνεται με κριτική, πολεμική ή και εχθρική ακόμη μορφή, αλλά διατηρεί πάντα ένα υπόλειμμα από το συναίσθημα της συγγένειας, από την πεποίθηση της κοινής ιστορικής καταγωγής, της τοποθέτησης στο ίδιο χαράκωμα. Κατ' αυτό τον τρόπο το θύμα του διωγμού των μαγισσών παραδίδεται μόνο του χωρίς να το αντιλαμβάνεται στα χέρια των διωκτών του, προμηθεύει στους διώκτες του τα όπλα και στήνει στον εαυτό του τον ίδιο μια συναισθηματική παγίδα, που παραλύει την άμυνα του και καθιστά αδύνατη την επίθεση.

Η Ευρώπη ζει μέσα σ' ένα πολιτικό κλίμα στο οποίο οι λέξεις δεν παίρνονται πια στα σοβαρά. Ή -για να ποικίλουμε την προηγούμενη παραβολή μας- ζούμε μέσα σ' ένα γλωσσικό πληθωρισμό, που δημιούργησε μια μαύρη αγορά της γλώσσας στην οποία παζαρεύει κανείς τις λέξεις σε τιμές παράνομες που είναι ριζικά διάφορες από την επίσημη τιμή τους. Αυτό δεν άφορα μόνο το άθλιο μαυρεμπόριο που διεξάγεται τώρα με εκφράσεις όπως «η λαϊκή δημοκρατία» ή «επίθεση ειρήνης». Η εννοιολογική αλλαγή και η εννοιολογική παρακμή στην πολιτική της ορολογίας είναι πολύ παλαιότερη, γεγονός για το οποίον ένα διδακτικό παράδειγμα μας παρέχει η δημόσια σταδιοδρομία της λέξης «σοσιαλισμός».

Εκ πρώτης όψεως, το δίλημμα «Σοσιαλισμός ή καπιταλισμός» φαίνεται πολύ πιο συγκεκριμένο και μεστό εννοίας από την παραπλανητική αντίθεση «δεξιά ή αριστερά». Αλλά ύστερα από μια λεπτομερέστερη έρευνα η βεβαιότητά μας και πάλι κλονίζεται. Η επίσημη τιμή της λέξης «σοσιαλισμός» δεν είναι μόνο βασικά διάφορη από τη μια και την άλλη όχθη του Έλβα, αλλά ποικίλλει επίσης σημαντικά στις διάφορες χώρες της δύσης. Ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός, ο ρωσικός σοβιετικός σοσιαλισμός, ο αγγλικός σοσιαλισμός που αρνείται τον Μαρξ και ο γαλλικός που τον αναγνωρίζει με κάποια συγκατάβαση, ο παλαιστινιακός συνδικαλιστικός καπιταλισμός και το εμπνευσμένο από τον Προυντόν συνεταιριστικό σχέδιο του Ντε Γκώλ, όλα αυτά έχουν ή είχαν μια κινητήριο δύναμη παράγωγο της κυριολεκτικά φετιχιστικής δύναμης έλξης της λέξης «σοσιαλισμός», αν και καθένα απ' αυτά απέδιδε στη λέξη διαφορετική σημασία. Αν απαλλάξουμε τον εαυτό μας από κάθε λεκτικό σχολαστικισμό, θα μπορέσουμε πιθανότατα να συμφωνήσουμε με βάση μιαν οποιαδήποτε ελαστική φόρμουλα για τις βασικές επιδιώξεις του ιστορικού κινήματος του σοσιαλισμού. Αλλά αν τότε εφαρμόσουμε τα στοιχειώδη αυτά κριτήρια στα κόμματα που αυτοαποκαλούνται σοσιαλιστικά, βλέπομε όχι μόνο ότι τα κόμματα αυτά πρόδωσαν ή παραμέλησαν πλείστες όσες βασικές σοσιαλιστικές αρχές, αλλά και ότι οι καπιταλιστικοί τους αντίπαλοι ακολουθούν όπως και αυτά μια σοσιαλιστική πολιτική σε διάφορα βασικά προβλήματα.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα τις διεθνείς σχέσεις. Μια από τις ουσιώδεις βασικές αρχές της σοσιαλιστικής ιδεολογίας, από τη στάση των δούλων υπό την αρχηγία του Σπάρτακου ως την ουτοπία του Τόμας Μουρ, από τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες ως τον Μαρξ, είναι η τάση προς τη διεθνή συναδέλφωση. Ο σοσιαλισμός αγωνιζόταν πάντοτε εναντίον του σωβινισμού, του εθνικισμού, του ιμπεριαλισμού και υπέρ του διεθνισμού και του κοσμοπολιτισμού, υπέρ της κατάρριψης των πολιτικών και ιδεολογικών φραγμών ανάμεσα στους λαούς. Αλλά στη Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία της σήμερον η λέξη «κοσμοπολιτισμός» κατάντησε ύβρις και η εθνική κυριαρχία ένα είδος φετίχ, στο όνομα του οποίου το σοβιετικό κράτος αποκρούει κάθε αποτελεσματικό διεθνή έλεγχο των εξοπλισμών. Συγχρόνως, σε ένα συνέδριο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος μπορούσε κανείς να διάβαση τα έξης πολύ διαφανή: «Πραγματικός διεθνιστής είναι όποιος είναι έτοιμος να υπερασπίσει τη Σοβιετική Ένωση χωρίς επιφύλαξη και χωρίς όρους.» Αυτή είναι η ρωσική εκδοχή του διεθνισμού.

Στη Δύση η Μεγάλη Βρετανία ύστερα από τον πόλεμο ήταν επί πολλά χρόνια η μόνη μεγάλη δύναμις με σοσιαλιστική κυβέρνηση. Το εργατικό κόμμα αμέσως ύστερα απ' τον πόλεμο κατέλαβε την αρχή στο κράτος εκείνο που εξακολουθούσε ακόμη να είναι το πιο σημαντικό της Δυτικής Ευρώπης. Αυτό, ακριβώς στη ν αποφασιστική στιγμή κατά την οποία δεν ήταν ανάγκη να έχει κανείς σοσιαλιστική μόρφωση για να αντιληφθεί ότι η Ευρώπη έπρεπε ή να συσσωματωθεί ή να παρακμάσει. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία δε δόθηκε στο σοσιαλισμό μια τέτοια ιστορική ευκαιρία σαν κι' αυτή που δόθηκε στο νικηφόρο εργατικό κόμμα στη νικηφόρο Αγγλία. Πως το εργατικό κόμμα χρησιμοποίησε την ευκαιρία αυτή είναι σ' όλους μας γνωστό, ώστε να περιττεύουν εδώ οι λεπτομέρειες. Εν συντομία: το εργατικό κόμμα αντετάχθη σε κάθε προσπάθεια που θα μπορούσε να οδήγηση στην ένωση της Ευρώπης. Οι μη σοσιαλιστικές κυβερνήσεις της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας είχαν πιο σοσιαλιστικό φρόνημα από τη σοσιαλιστική Αγγλία. Η κατάσταση ήταν περίπου η ίδια όπως την εποχή των Στρέζεμαν, Μπριάν, όταν και πάλι η Αγγλία προκάλεσε την αποτυχία του Ευρωπαϊκού σχεδίου του Μπριάν.

Ξέρουμε φυσικά ότι η Αγγλία βρίσκεται σε μια πολύ λεπτή θέση ανάμεσα στην Ευρώπη και την Κοινοπολιτεία και ότι θα προβάλλει πάντοτε ευλογοφανή επιχειρήματα για να αποφύγει τις ιστορικές αποφάσεις. Αλλά το αποφασιστικό δίδαγμα είναι ότι ο βρετανικός σοσιαλισμός όχι μόνο δεν κατάφερε να υπερνικήσει τον βρετανικό νησιωτισμό, αλλά αντίθετα τον ενίσχυσε ακόμη περισσότερο.

Στη δήλωση που η εκτελεστική επιτροπή του εργατικού κόμματος εξέδωσε όταν κοινοποιήθηκε το σχέδιο Σουμάν διάβαζε κανείς ότι το εργατικό κόμμα αποκρούει την αρχή μιας υπερεθνικής εξουσίας, της οποίας οι αποφάσεις θα ήταν δεσμευτικές για τα κράτη μελή, γιατί σ' ένα τέτοιο σώμα οι σοσιαλιστές είναι δυνατόν να μειοψηφήσουν απέναντι των αντισοσιαλιστών η των μη σοσιαλιστών. Παραθέτω κατά λέξη : «Καμία σοσιαλιστική κυβέρνηση της Ευρώπης δεν μπορεί να υποταγή στην εξουσία ενός σώματος του οποίου η πολιτική εξαρτάται από μια αντισοσιαλιστική πλειονοψηφία».

Δεν είναι ανάγκη να τονίσουμε εδώ ότι η συγκρότηση των δύο καθεστώτων της Βρετανικής Δημοκρατίας και του Ρωσικού ολοκληρωτισμού είναι βασικά διάφορος. Η σύγκριση μας αναφέρεται μόνο σε ένα ειδικό σημείο. Την κατάρρευση της κοσμοπολίτικης ορμής μέσα στο σοσιαλιστικό κίνημα. Η εξέλιξη αυτή άρχισε πριν από ένα τέταρτο αιώνος και περισσότερο, το 1914, και έφθασε σήμερα στο παράδοξο σχήμα η καπιταλιστική Αμερική να είναι πρόθυμη να υποστεί στο πεδίο της εθνικής κυριαρχίας θυσίες που αποκρούει η σοσιαλιστική Ρωσία, ενώ Άγγλοι, Γερμανοί και Γάλλοι συντηρητικοί σκέπτονται πιο διεθνιστικά από τους σοσιαλιστές αντιπάλους των. Με λίγα λόγια ο σοσιαλισμός απέβαλε παντού την αξίωση να εκπροσωπεί στη σύγχρονη πολιτική σκηνή τις κοσμοπολίτικες τάσεις. Εν σχέση με την συσσωμάτωση του σημερινού διχασμένου κόσμου μας, το δίλημμα: «καπιταλισμός ή σοσιαλισμός» έχασε τη σημασία του.

Έχει ίσως το δίλημμα αυτό περισσότερη σημασία και σπουδαιότητα στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής; Σε ότι άφορα τις πολιτικές και πνευματικές ελευθερίες δεν υπάρχει καμία σημαντική διαφορά ανάμεσα στη σοσιαλιστική Αγγλία και τις καπιταλιστικές Ηνωμένες Πολιτείες της Β. Αμερικής. Και ως προς την έλλειψη της ελευθερίας είναι πραγματικά δύσκολη η εκλογή ανάμεσα στη σοσιαλιστική Ρωσία και τη φασιστική Ισπανία. Έτσι, βλέπομε και πάλι ότι η πραγματική διαχωριστική γραμμή δεν συμπίπτει με τα αφηρημένα όρια ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά. Δεν μένει παρά ένα πεδίο στο οποίο το δίλημμα φαίνεται ακόμη να έχει τη σημασία του: το πεδίο της οικονομικής συγκρότησης.

Θεωρητικά υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην εθνικοποίηση των μέσων της παραγωγής από τη μια μεριά και της συντηρητικής ιδιοκτησίας του κέρδους και της εκμετάλλευσης από την άλλη. Αλλά στην πράξη η εξέλιξη στις τελευταίες δεκαετίες έθεσε τέρμα στην κλασική μορφή του πολέμου θέσεων ανάμεσα στις τάξεις και το μετέβαλε, ούτως ειπείν, σε πόλεμο κινήσεων.

Ήδη ο Μαρξ και ο 'Ένγκελς γνώριζαν ότι η εθνικοποίηση δεν είναι πανάκεια. Μου επιτρέπεται ίσως να υπενθυμίσω την παρατήρηση του Ένγκελς, κατά την οποία, αν η εθνικοποίηση και ο σοσιαλισμός ήταν ταυτόσημα θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το ράπτη του συντάγματος ως τον πρώτο σοσιαλιστικό θεσμό. Στην πραγματικότητα οι ρώσοι εργάτες είναι ιδιοκτήτες των εργοστασίων τους όσο ένας άγγλος ναύτης είναι ιδιοκτήτης του πολεμικού πλοίου στο οποίο υπηρετεί. Η δυνατότητα που έχει ο λαός να ασκεί έλεγχο επί των πολεμικών πλοίων, των σιδηροδρόμων, των εργοστασίων και των ανθρακωρυχείων εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την πολιτική συγκρότηση του κράτους. Στη Ρωσία, όπου τα συνδικάτα έχουν μεταβληθεί από όργανο της εργατικής τάξης σε όργανο εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης από το κράτος, οι εργάτες ασκούν πολύ μικρότερη επίδραση επί των όρων της εργασίας στα εργοστάσια που θεωρητικά είναι ιδιοκτησία τους, παρ' ότι οι εργάτες στη Δύση - αδιάφορο εάν οι τελευταίοι αυτοί εργάζονται σε κρατικές ή ιδιωτικές επιχειρήσεις. Επιπροσθέτως οι ρώσοι διευθυντές εργοστασίων, διοικητές τραστ, αρχιμηχανικοί και «προλετάριοι εκατομμυριούχοι» (επίσημος σοβιετικός όρος!) αποτελούν μια προνομιούχο τάξη ακριβώς όπως και στις καπιταλιστικές χώρες. Βέβαια το εισόδημα τους χαρακτηρίζεται ως μισθός και όχι ως κέρδος, αλλά και η διαφορά αυτή είναι εντελώς αφηρημένη. Από την άλλη μεριά, στις καπιταλιστικές χώρες οι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων δεν μπορούν πια να ενθυλακώνουν απεριόριστα κέρδη, ούτε να καθορίζουν τα ημερομίσθια και να παίζουν με τους εργάτες τους όπως συνέβαινε σε μια προγενέστερη φάση του καπιταλιστικού συστήματος.

Σε γενικές γραμμές η εθνικοποίηση των μέσων της παραγωγής χωρίς μια ταυτόχρονη μεταβολή στην πολιτική συγκρότηση, δεν οδηγεί στον κρατικό σοσιαλισμό αλλά στον κρατικό καπιταλισμό. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο αυτά συστήματα δεν έγκειται στη συγκρότηση της οικονομίας αλλά στα δημοκρατικά μέσα έλεγχου και την πολιτική ελευθερία. Η πείρα μας διδάσκει ότι από μια απλώς κρατικοποιημένη οικονομία δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί κανένα συμπέρασμα για τη φύση του καθεστώτος. Η εθνικοποιημένη οικονομία μπορεί π. χ. να χρησιμεύει σαν υπόβαθρο μιας ολοκληρωτικής απολυταρχίας ρωσικού τύπου, ή ακόμα και ενός φασιστικού καθεστώτος.

Άλλο πρόβλημα είναι επίσης το μετρό μέχρι του οποίου η εθνικοποίηση επιθέτει σ' ένα κράτος τη σφραγίδα του σοσιαλισμού ή του καπιταλισμού. Οι άγγλοι σοσιαλιστές εθνικοποίησαν τους σιδηροδρόμους, αλλά πολύ προγενέστερα είχαν η Γαλλία και η Γερμανία κρατικοποιημένους σιδηροδρόμους. Η πλήρης εθνικοποίηση όλων των μέσων παραγωγής και διανομής αναγνωρίσθηκε και σ' αυτήν τη Ρωσία ως απραγματοποίητη. Το δίλημμα προ του οποίου ευρισκόμεθα δεν είναι λοιπόν στην πραγματικότητα «κρατικοποίηση ή ιδιωτική βιομηχανία». Το πραγματικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι η επίτευξη μιας λογικής ισορροπίας ανάμεσα στην κρατική ιδιοκτησία, στον κρατικό έλεγχο, το συλλογικό σχέδιο και την ιδιωτική πρωτοβουλία. Και η λεπτή αυτή ισορροπία δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί παρά μόνο εμπειρικά και όχι αφηρημένα. Είναι πιθανόν ότι εδώ πρέπει κάθε έθνος να βρει τη δική του φόρμουλα, γιατί η εξίσωση περιέχει αρκετούς αγνώστους. Ο κρατικός έλεγχος της διανομής τροφίμων π.χ. λειτούργησε εξαίρετα στην πουριτανική Αγγλία, ασχέτως αν στην κυβέρνηση ευρίσκοντο οι συντηρητικοί η οι σοσιαλιστές. Αλλά στη Γαλλία και στην Ιταλία, που είναι και οι δύο χώρες κυρίως με ατομικιστικό λατινικό πληθυσμό, το σύστημα της διανομής τροφίμων κατέρρευσε οικτρά. Εν συντομία, βλέπομε ότι στο πεδίο της οικονομίας δεν έχομε να κάνουμε με ένα σαφές δίλημμα αλλά πολύ περισσότερο με ένα είδος φάσματος της ίριδος, του οποίου το χρώμα και η μορφή εξαρτάται από παράγοντες που δεν τους περιέχει η σοσιαλιστική θεωρία.

Δεν θα ήθελα, τα όσα προβάλλω εδώ να παρερμηνευθούν σαν συνηγορία υπέρ του καπιταλισμού ή σαν επίθεση εναντίον του σοσιαλισμού. Εκείνο που ήθελα εδώ να σκιαγραφήσω είναι το γεγονός ότι το δίλημμα αυτό θα φαίνεται σε λίγο τόσο πεπαλαιωμένο και ασήμαντο όσο η έριδα ανάμεσα στους γιανσενιστές και τους ιησουίτες ή τους «στρογγυλοκέφαλους» και τους «ιππείς». Και φυσικά δε θέλω να πω ότι το δίλημμα ήταν και στο παρελθόν χωρίς σημασία. Είπα ότι βρίσκεται στο δρόμο να γίνει ασήμαντο γιατί έχει στη βάση του άκαμπτες έννοιες του 19ου αιώνα και γιατί μέσα στα πλαίσια του δεν έχει θέση για την εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών και την πραγματική σύγκρουση που τον διασταυρώνει.

Η ιστορία ξέρει πολλά παραδείγματα για το γεγονός ότι μια σύγκρουση που άλλοτε φαινόταν να έχει αποφασιστική σημασία χάνει βαθμηδόν τη σημασία της συνεπεία νέων ιστορικών συμβεβηκότων. Η Ευρώπη κουράστηκε να διεξάγει θρησκευτικούς πολέμους, όταν άρχισε να εμφανίζεται στους λαούς μια καινούργια εθνική συνείδηση. Η σύγκρουση μεταξύ δημοκρατικών και μοναρχικών έχασε την επικαιρότητα της και έπαυσε να κινεί το ενδιαφέρον, όταν οι οικονομικοί παράγοντες άρχισαν να κυριαρχούν στη συνείδηση. Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε εδώ μια ολόκληρη σειρά παρόμοιων παραδειγμάτων. Κάθε περίοδος φαίνεται σαν να έχει τη δική της ιδιότυπη σύγκρουση που προκαλεί πόλωση του κόσμου και του χρησιμεύει σαν ένα είδος ιδεολογικής πυξίδας, μέχρις ότου η ιστορία προχωρήσει πέρα απ' αυτήν με πλήρη αδιαφορία, έτσι ώστε εκ των υστέρων να διερωτάται κανείς με έκπληξη ποιό ήταν ακριβώς εκείνο που είχε προκαλέσει τόση έξαψη.

Είναι ακόμη αξιοπαρατήρητο το γεγονός ότι οι μεγάλες αυτές ιδεολογικές συγκρούσεις δεν καταλήγουν ποτέ σε μια αποφασιστική έκβαση — τερματίζονται χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Επί πολλές εκατονταετηρίδες η κατάσταση ήταν κάθε τόσο τέτοια που νόμιζε κανείς ότι ο κόσμος επρόκειτο να γίνει μουσουλμανικός ή χριστιανικός, καθολικός ή προτεστάντης, δημοκρατικός ή μοναρχικός, καπιταλιστικός ή σοσιαλιστικός. Και κάθε φορά ο αγώνας έμενε αναποφάσιστος και κατέληγε σε μια πορεία που μπορεί κανείς να την ονομάσει «μαρασμό του διλήμματος». Φαίνεται λοιπόν ότι ο μαρασμός αυτός του διλήμματος επέρχεται κάθε φορά σαν συνέπεια ενός είδους μεταβολής στη συνείδηση της ανθρωπότητας, που συνοδεύεται από μια γενική μετατόπιση των άξιων — από τη θρησκευτική στην εθνική συνείδηση, από την εθνική στην οικονομική συνείδηση, κ.ο.κ.

Αυτό το «κ.ο.κ.» που τόσο εύκολα χρησιμοποιήσαμε, μας θέτει προ ενός προβλήματος για το οποίο δεν ξέρομε καμία απάντηση. Δεν μπορούμε να προείπωμε ούτε τη φύση της επόμενης μεταβολής της μαζικής συνείδησης ούτε τις νέες αξίες που θα προκύψουν στην αμέσως ανώτερη βαθμίδα. Μπορούμε μόνο βάσει της πείρας μας να προείπωμε ότι το μαχητικό σύνθημα της εποχής μας, της εποχής του «οικονομικού ανθρώπου», στους απογόνους μας θα φαίνεται εξ ίσου στείρο και χωρίς νόημα όσο και το πρόβλημα από ποιά πλευρά πρέπει να άνοιξη κανείς το αυγό, πρόβλημα για το οποίον οι λιλιπούτειοι διεξήγαγαν τους πολέμους των.

Και δύο τελευταίες παρατηρήσεις: Πρώτον, μια συμπλήρωση στη διαπίστωση μας ότι οι συγκρούσεις παρωχημένων περιόδων τερματίσθηκαν ως επί το πλείστον χωρίς αποφασιστικό αποτέλεσμα. Αυτό φαίνεται πραγματικά ότι συνέβη, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι οι αντίπαλοι στις συγκρούσεις είχαν την ίδια δύναμη και τηρούσαν μεταξύ τους την ισορροπία. Η Ευρώπη παρέμεινε χριστιανική, γιατί οι Άραβες δεν έφθασαν ποτέ ως το Παρίσι και γιατί οι Τούρκοι αποκρούσθηκαν εμπρός στα τείχη της Βιέννης. Αλλά υπάρχουν και άλλες λιγότερο ευχάριστες μέθοδοι με τις οποίες η ιστορία κρίνει την έκβαση μιας σύρραξης. Το συμπέρασμα απ' αυτά βγαίνει μόνο του.

Δεύτερον : Αν και μας είναι αδύνατο να προΐδωμε τις πνευματικές αξίες και το πολιτιστικό κλίμα ύστερα από την προσεχή μεταβολή, μπορούμε εν τούτοις να διατυπώσουμε μερικές υποθέσεις. Ενώ η πλειονότητα των συγχρόνων μας Ευρωπαίων είναι ακόμη υπνωτισμένη από το ξεπερασμένο πολεμικό σύνθημα των δεξιών και των αριστερών (από τη μια μεριά καπιταλισμός, από την άλλη σοσιαλισμός!), η ιστορία έχει κιόλα καταλάβει καινούργιες θέσεις και μας έφερε εμπρός σ' ένα καινούργιο δίλημμα που ξεπερνά όλα τα όρια. Η ουσία της νέας αυτής σύγκρουσης συνοψίζεται σε μια πρόταση : Ολοκληρωτική τυραννία έναντι σχετικής ελευθερίας. Είναι πολύ παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι η φοβερή πίεση που η σύγκρουση αυτή θα ασκήσει πάνω σε ολόκληρη την ανθρωπότητα αποτελεί ίσως μια πρόκληση της ανθρώπινης μοίρας, ένα βιολογικό ερεθισμό που θα εξαπολύσει την καινούργια μεταβολή στη μαζική συνείδηση και ότι το περιεχόμενο αυτής της μεταβολής θα είναι μια καινούργια γνώση για την ουσία της ελευθερίας, μια γνώση γεννημένη από φόβο και οδύνη; Εδώ χρησιμοποιώ τη λέξη «ελευθερία» όχι με τη συμβατική έννοια. Από τις πρώτες αρχές της ιστορίας, οι λαοί πολέμησαν «εν ονόματι της ελευθερίας», αλλά εννοούσαν πάντοτε μια περιορισμένη ελευθερία, την απελευθέρωση από τούτη ή εκείνη την ειδική μορφή της καταπίεσης, μια αρνητική, ας πούμε, ελευθερία. Η θετική και εν τινι μέτρω κοσμική ιδέα της ελευθερίας, που θα γέννηση ίσως η σημερινή σύγκρουση είναι κάτι του οποίου δεν μπορώ να δώσω τον ορισμό — χρησιμοποιώ τη λέξη μόνο σαν εξορκιστική φόρμουλα, όχι σαν αναφορά για κάτι που υφίσταται. Αν επαληθευθεί η υπόθεση αυτή, τότε μπορούμε πραγματικά να πούμε ότι ζούμε σε μια αποφασιστική εποχή και ότι η απάντησή μας στο ερώτημα που μας θέτει η μοίρα δεν θα είναι χωρίς σημασία για το μέλλον του γένους μας.

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κορνήλιος Καστοριάδης    Τρι 8 Σεπ 2015 - 18:10

Αλέξανδρος Σολζενίτσιν
Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ

Απόσπασμα από το "Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ ", μετφ. Κίρα Σίνου, εκδ. Πάπυρος, 1974

Το 1949 έτυχε να διαβάσω με κάποιους φίλους μου ένα αξιοπρόσεκτο σημείωμα στο περιοδικό "Φύση" της Ακαδημίας Επιστημών. Το σημείωμα έγραφε με ψιλά γράμματα πως κατά τις ανασκαφές που έγιναν κοντά στον ποταμό Κολύμα βρέθηκε κάτω από το έδαφος ένα στρώμα πάγου – ένας παγωμένος αρχαίος χείμαρρος – και μέσα του βρέθηκαν, παγωμένοι επίσης, εκπρόσωποι της παλαιοντολογικής πανίδας που έζησαν πριν από κάμποσες χιλιετηρίδες. Αυτά τα ψάρια, ή τρίτωνες (μεγάλα κοχύλια), ό,τι κι αν ήταν, είχαν διατηρηθεί τόσο φρέσκα, έγραφε ο επιστημονικός συντάκτης, ώστε οι παρόντες, σπάζοντας τον πάγο, τα έφαγαν ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΣ. Το περιοδικό κατέπληξε ασφαλώς τους λιγοστούς αναγνώστες του για το πως μπορεί να διατηρηθεί στον πάγο το κρέας του ψαριού για τόσο μεγάλο διάστημα, λίγοι όμως από αυτούς μπόρεσαν να συλλάβουν το πραγματικό συγκλονιστικό νόημα εκείνου του απερίσκεπτου σημειώματος. Εμείς καταλάβαμε αμέσως. Είδαμε όλη αυτή τη σκηνή ζωντανή, με τις πιο παραμικρές λεπτομέρειες: πώς οι παρόντες κομμάτιαζαν τον πάγο με άγρια βιασύνη∙ πώς, χωρίς να δώσουν καμιά σημασία στα υψηλά ενδιαφέροντα της ιχθυολογίας και σκουντώντας ο ένας τον άλλον με τους αγκώνες, έκοβαν κομμάτια από τη χιλιόχρονη σάρκα, τα έσερναν στη φωτιά, τα λιανίζανε και χόρταιναν την πείνα τους. Το καταλάβαμε, γιατί ανήκαμε κι εμείς σ ' εκείνους τους ΠΑΡΟΝΤΕΣ, ανθρώπους από τη μοναδική στον κόσμο ισχυρή φυλή των Ζεκ (κρατουμένων), που θα μπορούσαν να φάνε ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΣ έναν τρίτωνα.

Η περιοχή του ποταμού Κολύμα ήταν το μεγαλύτερο και το πιο φημισμένο νησί, ο πόλος της απανθρωπιάς αυτής της καταπληκτικής χώρας ΓΚΟΥΛΑΓΚ, που η γεωγραφία την έχει κομματιάσει σε αρχιπέλαγος, αλλά η ψυχολογία την αλυσόδεσε σε ήπειρο – μιας χώρας σχεδόν αθέατης, σχεδόν ανεπαίσθητης, όπου και κατοικούσε ο λαός των Ζεκ. Αυτό το Αρχιπέλαγος ήταν διασπαρμένο μέσα σε μιαν άλλη χώρα, τη χώρα που το περιέκλεινε, χωνόταν στις πολιτείες της, υψωνόταν απειλητικά πάνω από τους δρόμους της – κι όμως μερικοί ούτε μάντευαν καν την ύπαρξή του, πάρα πολλοί το είχαν πολύ αόριστα ακουστά και μόνο εκείνοι που είχαν ζήσει εκεί ήξεραν τα πάντα γι ' αυτό. Μα αυτοί έμεναν σιωπηλοί, σαν να είχαν χάσει τη μιλιά τους στα νησιά του Αρχιπελάγους. Σε μιαν ανέλπιστη καμπή της ιστορίας μας βγήκε στο φως κάτι, κάτι ασήμαντα ελάχιστο, γι ' αυτό το Αρχιπέλαγος. Μα τα ίδια εκείνα χέρια που φόρεσαν τις χειροπέδες στα δικά μας απλώνουν τώρα τις παλάμες τους συμφιλιωτικά: "Δεν πρέπει!.. Δεν πρέπει να σκαλίζουμε το παρελθόν!... Όποιος θυμάται τα παλιά, να του βγει το μάτι!" Η παλιά παροιμία όμως καταλήγει: "Αλλά όποιος ξεχνάει, να του βγουν και τα δύο!"

Οι δεκαετίες περνούν και σκεπάζουν ανεπανόρθωτα τις ουλές και τις πληγές του παρελθόντος. Σ ' αυτό το διάστημα μερικά νησιά διαλύθηκαν, λειώσανε, και η πολική θάλασσα της λήθης περνάει τα κύματά της από πάνω τους. Και κάποτε, στον αιώνα που μας έρχεται, αυτό το Αρχιπέλαγος, ο αέρας του και τα κόκαλα των κατοίκων του, παγωμένα μέσα σ ' ένα στρώμα πάγου, θα φαίνονται σαν απίθανοι τρίτωνες.

* * *

Πως πηγαίνει κανείς σ' αυτό το μυστηριώδες Αρχιπέλαγος; Κάθε ώρα πετούν για εκεί αεροπλάνα, φεύγουν πλοία, τραίνα ξεκινούνε ξεφυσώντας, αλλά δεν υπάρχει επάνω τους ούτε μια επιγραφή που να δείχνει τον προορισμό τους. Οι υπάλληλοι στις θυρίδες των εισιτηρίων και οι πράκτορες της Σοβτουρίστ (τουρισμός εσωτερικού) και της Ιντουρίστ (τουρισμός εξωτερικού) θα απορήσουν αν ζητήσετε κανένα εισιτήριο για εκεί. Δεν ξέρουν, δεν έχουν ακούσει τίποτα ούτε για το Αρχιπέλαγος γενικά, ούτε για κανένα από τα αμέτρητα νησάκια του. Αυτοί που πηγαίνουν να διοικήσουν το Αρχιπέλαγος, βγαίνουν από τις σχολές του Υπουργείου Εσωτερικών. Αυτοί που πηγαίνουν να φρουρήσουν το Αρχιπέλαγος, επιλέγονται μεταξύ των στρατιωτικών επιτρόπων. Και αυτοί που πηγαίνουν εκεί για να πεθάνουν, όπως εσείς κι εγώ, αναγνώστες μου, πρέπει να περάσουν οπωσδήποτε και αποκλειστικά από τη σύλληψη.

Η σύλληψη!! Χρειάζεται να πούμε πως είναι ανατροπή ολόκληρης της ζωής σας; Πως είναι αστροπελέκι που σας χτυπάει κατακέφαλα; Πως είναι μια αδιανόητη ψυχική αναστάτωση, που δεν μπορεί ο καθένας να τη συνηθίσει και γλιστράει συχνά στην παραφροσύνη; Ο κόσμος έχει τόσα κέντρα όσα και ζωντανά πλάσματα. Ο καθένας μας είναι κέντρο του κόσμου και ο κόσμος θρυμματίζεται, όταν κάποιος σας σφυρίξει: «Συλλαμβάνεστε!». Αφού συλλαμβάνεστε εσείς, τι άλλο μπορεί ν' αντέξει σ' αυτό τον σεισμό; Μη μπορώντας όμως με το θολωμένο μυαλό μας να συλλάβουμε αυτή την ανατροπή του κόσμου, τόσο οι πιο ικανοί όσο και οι πιο απλοϊκοί από μας δεν βρίσκουμε, αυτή τη στιγμή, να αντλήσουμε από όλη την εμπειρία της ζωής μας παρά μόνο την κραυγή:
–Εγώ; Γιατί;
Είναι μια ερώτηση που ειπώθηκε εκατομμύρια και εκατομμύρια φορές πριν από μας και δεν πήρε ποτέ καμιά απάντηση.

Η σύλληψη είναι μια αστραπιαία ριζική μεταβολή, μια μεταφορά, μια μετάσταση από μια κατάσταση σε άλλη.

Καθώς ακολουθούσαμε τον μακρύ, λοξό δρόμο της ζωής μας, τρέχαμε ευτυχισμένοι ή σερνόμαστε δυστυχισμένοι μπροστά από φράχτες, φράχτες, φράχτες – σάπιους σανιδένιους φράχτες, χωμάτινες, από τούβλα ή από τσιμέντο μάντρες, κιγκλιδώματα από χυτοσίδηρο. Και δεν κάναμε ποτέ τη σκέψη: τι να βρίσκεται από πίσω τους; Δεν επιχειρήσαμε ούτε με τα μάτια, ούτε με τη σκέψη να κοιτάξουμε πίσω από αυτούς τους φράχτες – και όμως εκεί ακριβώς αρχίζει η χώρα ΓΚΟΥΛΑΓΚ, δίπλα μας, εντελώς δίπλα μας, δυο μέτρα από μας. Ούτε προσέξαμε ποτέ, σ' αυτούς τους φράχτες, τον αμέτρητο αριθμό από τις κλειδαμπαρωμένες, καλά καμουφλαρισμένες πορτούλες και αυλόπορτες. Όλες, όλες αυτές οι αυλόπορτες ήταν ετοιμασμένες για μας! Και ξαφνικά ανοίγει διάπλατα, γρήγορα, κάποια μοιραία πόρτα και τέσσερα λευκά αντρικά χέρια, ασυνήθιστα στη δουλειά μα αρπακτικά, μας γραπώνουν από τα πόδια, από τα χέρια, από τον γιακά, από τον σκούφο, από το αυτί – μας τραβολογάνε μέσα σαν σακιά, και την αυλόπορτα πίσω μας, την αυλόπορτα που βγάζει στην προηγούμενη ζωή μας, την κλείνουν μια για πάντα, χτυπώντας τη δυνατά. Αυτό είναι όλο. Συλλαμβάνεστε! Και δεν βρίσκετε άλλη απάντηση παρά ένα αρνίσιο βέλασμα: –Εγώ; Γιατί;

Αυτή είναι η σύλληψη: μια λάμψη εκτυφλωτική κι ένα αστροπελέκι, που σπρώχνει με μιας το παρόν στο παρελθόν και κάνει το αδύνατο ένα παρόν με πλήρη δικαιώματα. Κι αυτό είναι όλο. Και δεν είστε σε θέση ν' αφομοιώσετε τίποτε άλλο ούτε την πρώτη ώρα, ούτε το πρώτο μερόνυχτο. Μέσα στην απόγνωσή σας, θα σας γνέφει ακόμα το απατηλό φεγγάρι του τσίρκου∙ "Είναι λάθος! Θα βρεθεί άκρη!" Όσο για όλα τα άλλα, που σήμερα έχουν πάρει τη μορφή της παραδοσιακής, ακόμα και της λογοτεχνικής αντίληψης για τη σύλληψη, θα συγκεντρωθούν και θα μορφοποιηθούν όχι πια στη δική σας αναστατωμένη μνήμη, αλλά στη μνήμη της οικογένειάς σας και των γειτόνων σας.

Είναι ένα διαπεραστικό νυχτερινό κουδούνισμα ή ένα βάρβαρο χτύπημα στην πόρτα. Είναι η νταηλίδικη εισβολή από βρώμικες μπότες άγρυπνων αστυνομικών. Είναι ο τρομοκρατημένος μάρτυρας, που κρύβεται πίσω από τις πλάτες τους σαν δαρμένο σκυλί. (Και τι τον θέλουν αυτόν τον μάρτυρα; Τα θύματα δεν τολμούν να το σκεφτούν, οι πράκτορες δεν το θυμούνται, αλλά έτσι ορίζουν οι διαταγές, και θα αναγκαστεί να μείνει εδώ όλη τη νύχτα και να υπογράψει το πρωί. Και για τον σηκωμένο με το ζόρι από το κρεβάτι του μάρτυρα, αυτό είναι επίσης μαρτύριο: να περιφέρεται τη μια νύχτα μετά την άλλη και να παραβρίσκεται στη σύλληψη των γειτόνων και των γνωστών του). Η παραδοσιακή σύλληψη είναι ακόμα χέρια τρεμάμενα που ετοιμάζουν τα πράγματα για εκείνον που φεύγει: αλλαξιές εσώρουχα, κομμάτια σαπούνι, λίγα τρόφιμα, και κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς χρειάζεται, τι μπορεί και τι είναι καλύτερα να φορέσει. Οι αστυνομικοί όμως βιάζονται και διακόπτουν τις ετοιμασίες: «Δεν έχει ανάγκη από τίποτα. Θα του δώσουν εκεί να φάει. Εκεί κάνει ζέστη». (Όλα ψέματα! Και τους βιάζουν μόνο και μόνο για να τους τρομοκρατήσουν).

Η παραδοσιακή σύλληψη είναι ακόμα, ύστερα, αφού πάρουν τον δύστυχο τον κρατούμενο, η πολύωρη έρευνα του διαμερίσματος από μια σκληρή, ξένη, καταθλιπτική δύναμη. Είναι η διάρρηξη και το άνοιγμα, το ρίξιμο καταγής και το ξερίζωμα από τους τοίχους, το πέταγμα των πραγμάτων που βρίσκονται στις ντουλάπες και στα τραπέζια, το τίναγμα, το σκόρπισμα, το σχίσιμο και το σώριασμα βουνών από σκουπίδια στο πάτωμα, και το τρίξιμο κάτω από τις μπότες. Και δεν υπάρχει τίποτα ιερό όσο διαρκεί η έρευνα! Όταν έπιασαν τον μηχανοδηγό των τραίνων Ινόσιν, στο δωμάτιο βρισκόταν το φέρετρο με το παιδί του, που μόλις είχε πεθάνει. Οι εκπρόσωποι του νόμου πέταξαν το παιδί από το φέρετρο, και έψαξαν και εκεί! Σηκώνουν ακόμα και τους αρρώστους από τα κρεβάτια τους και λύνουν τους επιδέσμους2.Τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλογο στη διάρκεια της έρευνας! Από τον Τσετβερούχιν, συλλέκτη παλαιών εγγράφων, "άρπαξαν αρκετά φύλλα τσαρικών διαταγμάτων (ουκάζια)", και συγκεκριμένα τα ουκάζια για τον τερματισμό του πολέμου με τον Ναπολέοντα, για τη σύναψη της Ιεράς Συμμαχίας και για τη Δέηση που έγινε εναντίον της χολέρας το 1830. Από τον καλύτερο γνώστη μας του Θιβέτ Βοστρικώφ κατασχέσανε αρχαία πολύτιμα θιβετιανά χειρόγραφα (και οι μαθητές του μακαρίτη κατάφεραν να τα γλιτώσουν από τα χέρια της Κα‐Κε‐Μπε3 μόνο ύστερα από 30 χρόνια!) Όταν έπιασαν τον ειδικό των ανατολικών μελετών Νέφσκυ, του πήραν τα χειρόγραφα των Ταγκούτ (και ύστερα από 25 χρόνια στον μακαρίτη απονεμήθηκε μεταθανάτια το βραβείο Λένιν, γιατί κατάφερε πρώτος να τα διάβαση). Από τον Κάργκερ πήραν το αρχείο των Οστιάκ του ποταμού Γιενισέι και απαγόρευσαν το σύστημα γραφής και το αλφάβητο που είχε εφεύρει αυτός – έτσι ένας ολόκληρος λαός έμεινε χωρίς γραφή. Θα χρειαζόταν πολύς καιρός για να τα περιγράψει κανείς όλα αυτά λογοτεχνικά, να πώς χαρακτηρίζει όμως ο λαός τις έρευνες της αστυνομίας: Ψάχνουν να βρουν ό,τι δεν υπάρχει. Όσα κατασχεθούν, τα παίρνουν μαζί τους, καμιά φορά μάλιστα αναγκάζουν και τον ίδιο τον κρατούμενο να τα μεταφέρει. Έτσι η Νίνα Αλεξάντροβνα Παλτσίνσκαγια κουβάλησε στην πλάτη της το σακί με τα χαρτιά και τα γράμματα του μακαρίτη του άντρα της, του ακαταπόνητου μεγάλου Ρώσου μηχανικού, και τα πήγε η ίδια στο στόμα ΤΟΥΣ, για πάντα, χωρίς γυρισμό.

Για εκείνους που μένουν μετά τη σύλληψη, αρχίζει μια μακρόσυρτη, ρημαγμένη, άδεια ζωή. Δοκιμάζουν να στείλουν δέματα. Μα από όλες τις θυρίδες ακούγονται γαυγίσματα: «Τέτοιο όνομα δεν υπάρχει στον κατάλογο», «δεν έχουμε κανένα τέτοιον!» Στις χειρότερες μέρες του Λένινγκραντ, για να φτάσεις σ' αυτή τη θυρίδα, χρειαζόταν να σταθείς στην ουρά πέντε μερόνυχτα. Και μόνο έπειτα από κανένα εξάμηνο, ή και χρόνο ακόμα, ο ίδιος ο κρατούμενος ίσως να δώσει κανένα σημείο ζωής ή ίσως να σας πληροφορήσουν απότομα: «Δεν έχει δικαίωμα αλληλογραφίας». Κι αυτό σημαίνει – για πάντα. «Δεν έχει δικαίωμα αλληλογραφίας» – σημαίνει σχεδόν σίγουρα: τουφεκίστηκε. Έτσι φανταζόμαστε τη σύλληψη. Και τη φανταζόμαστε σωστά, γιατί η νυχτερινή σύλληψη του τύπου που περιγράψαμε είναι αυτή που προτιμούν στη χώρα μας, επειδή παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα. Όλοι οι ένοικοι του σπιτιού πεθαίνουν από τον φόβο τους, μόλις ακούγεται το πρώτο χτύπημα στην πόρτα. Εκείνος που συλλαμβάνεται σέρνεται έξω από το ζεστό του κρεβάτι, είναι ανήμπορος και αγουροξυπνημένος, με θολό μυαλό. Στη νυχτερινή σύλληψη οι αστυνομικοί έχουν την υπεροχή: είναι κάμποσοι και οπλισμένοι εναντίον ενός, που δεν πρόλαβε να κουμπώσει καν το παντελόνι του. Στη διάρκεια της σύλληψης και της έρευνας σίγουρα δεν θα συγκεντρωθεί μπροστά στην πόρτα πλήθος από πιθανούς φίλους του θύματος. Επίσης, πηγαίνοντας αργά και με τη σειρά σ' ένα σπίτι, έπειτα σ' ένα άλλο, την άλλη μέρα σε τρίτο κι έπειτα σε τέταρτο, τα αρμόδια αποσπάσματα έχουν τη δυνατότητα να ρίχνουν στις φυλακές πολύ περισσότερους κατοίκους της πόλης από τους αστυνομικούς που τα αποτελούν.

Η νυχτερινή σύλληψη έχει ακόμα κι ένα άλλο πλεονέκτημα: ούτε οι ένοικοι των γειτονικών σπιτιών, ούτε οι διαβάτες στους δρόμους βλέπουν πόσους έπιασαν τη νύχτα. Οι συλλήψεις τρομοκρατούν μόνο τους πιο κοντινούς γείτονες, ενώ για τους πιο μακρινούς το γεγονός δεν έχει μεγάλη σημασία. Είναι σαν να μην έγινε τίποτα. Στην ίδια κορδέλα της ασφάλτου, όπου τη νύχτα πηγαινοέρχονται οι κλούβες, περνούν τη μέρα παρελάσεις της νεολαίας με σημαίες, λουλούδια και χαρούμενα τραγούδια. Εκείνοι όμως που κάνουν τις συλλήψεις, που η υπηρεσία τους συνίσταται αποκλειστικά σ' αυτή τη δουλειά και βλέπουν τη φρίκη των συλληφθέντων σαν κάτι ενοχλητικό και συνηθισμένο, έχουν πολύ πιο πλατιά αντίληψη για το έργο τους. Διαθέτουν και ολόκληρη σχετική θεωρία, μην έχετε την αφέλεια να νομίζετε πως δεν έχουν. Η συλληψηολογία αποτελεί σημαντικό τμήμα της γενικής σωφρονιστικής και θεμελιώνεται σε βασική κοινωνική θεωρία. Οι συλλήψεις χωρίζονται σε κατηγορίες σύμφωνα με διάφορα κριτήρια: νυχτερινές και ημερήσιες, κατ' οίκον, στον τόπο εργασίας και στο ταξίδι, για πρώτη ή για δεύτερη φορά, ατομικές ή ομαδικές. Χωρίζονται επίσης ανάλογα με τον βαθμό του απαιτουμένου αιφνιδιασμού και της προβλεπομένης αντίστασης (μα σε δεκάδες εκατομμύρια περιπτώσεις, δεν προβλεπόταν καμιά αντίσταση, όπως και δεν έγινε). Οι συλλήψεις χωρίζονται και από τη σημαντικότητα της έρευνας που δόθηκε εντολή να γίνει5, από το αν είναι ή δεν είναι απαραίτητο να γίνει καταγραφή για την κατάσχεση, αν πρέπει να σφραγιστούν δωμάτια ή ολόκληρο το σπίτι. Χωρίζονται ακόμα από το αν πρέπει να συλληφθεί και η σύζυγος ύστερα από τον σύζυγο και να σταλούν τα παιδιά σε ορφανοτροφείο, ή αν πρέπει να σταλεί όλη η υπόλοιπη οικογένεια στην εξορία, ή ακόμα και οι γέροι στο στρατόπεδο.

Λοιπόν οι συλλήψεις είναι πολύ ποικιλόμορφες; Η Ουγγαρέζα Ίρμα Μέντελ εξασφάλισε κάποτε (το 1926) από την Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνή) δυο εισιτήρια σε μιαν από τις πρώτες σειρές του θεάτρου Μπολσόι. Ο ανακριτής Κλέγκελ τη φλερτάριζε και εκείνη τον κάλεσε να πάνε μαζί. Πέρασαν πολύ τρυφερά στην παράσταση, και ύστερα εκείνος την πήγε... κατευθείαν στη Λουμπιάνκα (μεγάλη φυλακή στη Μόσχα). Κάποια ηλιόλουστη μέρα του Ιουλίου του 1927, αν είδατε στη γέφυρα Κουζνέτσκι ένα νεαρό λιμοκοντόρο να βοηθάει την όμορφη Άννα Σκίρπνικοβα, με το στρογγυλό προσωπάκι και τις κοκκινόξανθες κοτσίδες της, που μόλις είχε αγοράσει ένα μπλε ύφασμα για να φτιάξη φουστάνι, ν' ανεβαίνει σ' ένα μόνιππο (ο αμαξάς κατάλαβε αμέσως και κατσούφιασε: τα όργανα δεν θα του πλήρωναν την κούρσα), να ξέρετε πως δεν επρόκειτο για ερωτικό ραντεβού αλλά πάλι για σύλληψη. Σε λίγο έστριψαν προς τη Λουμπιάνκα και μπήκαν στο ολόμαυρο ρύγχος της πύλης. Και όταν (ύστερα από άλλες είκοσι δυο ανοίξεις) ο πλοίαρχος Μπορίς Μπουρκόφσκι, με την άσπρη του στολή και παρφουμαρισμένος με ακριβή κολόνια, αγοράζει μια τούρτα για κάποια κοπέλα, μην παίρνετε όρκο ότι η τούρτα αυτή θα φτάσει στα χέρια της κοπέλας και δεν θα κομματιαστή από τα μαχαίρια αυτών που θα τον ψάξουν και δεν θα την κουβαλήσει ο πλοίαρχος στο πρώτο κελί, που θα γνωρίσει στη ζωή του. Όχι, ποτέ δεν παραμελήθηκε στη χώρα μας ούτε η σύλληψη μέρα–μεσημέρι, ούτε η σύλληψη στον δρόμο, ούτε η σύλληψη μέσα στην πολυκοσμία. Γίνεται όμως πάντα πολύ ωραία και – πράγμα καταπληκτικό! – τα ίδια τα θύματα σαν να συνεργάζονται με τους αστυνομικούς και φέρνονται όσο γίνεται πιο ευγενικά, ώστε να μην αντιληφθούν οι ζωντανοί τον χαμό του καταδικασμένου.

Δεν γίνεται να συλλάβουν τον καθένα στο σπίτι του, χτυπώντας πρώτα την πόρτα (κι αν πρέπει να χτυπήσουν την πόρτα, αυτό το κάνει ο θυρωρός ή ο ταχυδρόμος), ούτε είναι δυνατό να πιάσουν τον καθένα στη δουλειά του. Αν ο συλλαμβανόμενος είναι ζόρικος, είναι πιο εύκολο να τον πιάσουν έξω από το συνηθισμένο του περιβάλλον – μακριά από τους συγγενείς του, τους συναδέλφους του, τους ομοϊδεάτες του, από κάθε μέρος κατάλληλο για κρυψώνα. Δεν πρέπει να προλάβει ούτε να καταστρέψει, ούτε να κρύψει τίποτα, ούτε να ειδοποίηση κανέναν. Τους ανώτερους λειτουργούς, στρατιωτικούς ή στελέχη του κόμματος, τους τοποθετούσαν καμιά φορά σε νέες θέσεις, έθεταν στη διάθεσή τους ειδικό βαγόνι– σαλόνι και τους έπιαναν κατά το ταξίδι. Κάποιος αφανής θνητός, που έχει τρομοκρατηθεί από το κύμα των συλλήψεων και τον βασανίζουν μια βδομάδα κιόλας οι λοξές ματιές των προϊσταμένων του, καλείται ξαφνικά στα τοπικά γραφεία του συνδικάτου, όπου του προσφέρουν όλο χαρά ένα εισιτήριο για τα αναπαυτήρια του Σότσι. Το κουνέλι συγκινείται – άδικα λοιπόν τρομοκρατήθηκε τόσο πολύ. Τους ευχαριστεί ενθουσιασμένος και τρέχει στο σπίτι του για να ετοιμάσει τη βαλίτσα του. Του μένουν μόλις δυο ώρες, ώσπου να φύγει το τραίνο, και βρίζει την αργοκίνητη γυναίκα του. Να κι ο σταθμός! Έχει ακόμα αρκετή ώρα στη διάθεσή του. Στην αίθουσα αναμονής ή στο μπαρ τον φωνάζει ένας συμπαθητικός νεαρός: «Δεν με γνωρίζετε, Πιότρ Ιβάνιτς;» Ο Πιότρ Ιβάνιτς βρίσκεται σε δύσκολη θέση: «Δεν σας θυμάμαι, αν και...» Ο νεαρός είναι γεμάτος διαχύσεις: «Μα πώς, μα πώς, ελάτε να σας θυμίσω...» και, χαιρετώντας ευγενικά τη σύζυγο του Πιότρ Ιβάνιτς, της λεει: «Με συγχωρείτε, θα σας πάρω τον άντρα σας για μια στιγμούλα...» Η σύζυγος δίνει την άδεια, ο άγνωστος πιάνει με οικειότητα τον Πιότρ Ιβάνιτς από το χέρι – και τον παίρνει για δέκα χρόνια, ή για πάντα! Ο κόσμος στον σταθμό πηγαινοέρχεται ολόγυρα και δεν αντιλαμβάνεται τίποτα... Μην ξεχνάτε πως σε κάθε σταθμό υπάρχει τμήμα της Γκεπεού και μερικά κελιά. Η φορτικότητα αυτών των δήθεν γνωστών είναι τόσο έντονη, ώστε όποιος δεν έχει συνηθίσει στους λυκίσιους τρόπους των στρατοπέδων, δύσκολα μπορεί να τους ξεφορτωθεί. Και μη νομίζετε πως επειδή είστε, λόγου χάρη, ο Αλ–ερ Ντ., υπάλληλος της Αμερικανικής πρεσβείας, δεν μπορούν να σας συλλάβουν μέρα–μεσημέρι στην οδό Γκόρκυ, δίπλα στο κεντρικό τηλεγραφείο. Ο άγνωστος φίλος σας χιμάει επάνω σας μέσα στο πυκνό πλήθος με ανοιχτές τις αρπακτικές αγκάλες του: «Σάσα!» φωνάζει με όλη του τη δύναμη, χωρίς να κρύβεται, καθόλου. «Παλιόφιλε! Χρόνια και ζαμάνια έχουμε να ιδωθούμε!... Έλα, πάμε στην άκρη, να μην ενοχλούμε τον κόσμο». Και εκεί, στην άκρη, δίπλα στο πεζοδρόμιο, μόλις έχει σταματήσει ένα αυτοκίνητο "Πομπιέντα" (Σε μερικές μέρες το πρακτορείο ΤΑΣ θα δηλώσει οργισμένα σε όλες τις εφημερίδες πως οι αρμόδιοι κύκλοι δεν γνωρίζουν τίποτα για την εξαφάνιση του Αλ–ερ Ντ.) Χρειάζεται σοφία γι' αυτό; Οι λεβέντες μας έκαναν παρόμοιες συλλήψεις και στις Βρυξέλλες (έτσι έπιασαν τον Ζόρα Μπλεντνώφ). Τι κουβέντα λοιπόν μπορεί να γίνεται για τη Μόσχα;

Πρέπει ν' αναγνωρίσουμε την αξία των Πρακτόρων. Σ' έναν αιώνα που οι λόγοι των ρητόρων, τα θεατρικά έργα και τα σχέδια των γυναικείων φορεμάτων φαίνονται σαν να βγήκαν από το ίδιο καλούπι, οι συλλήψεις παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία. Σας παίρνουν ιδιαιτέρως στην πύλη του εργοστασίου, αφού βεβαιώνονται για την ταυτότητά σας, όταν δείχνετε την άδεια εισόδου, και σας συλλαμβάνουν. Σας βουτάνε από το στρατιωτικό νοσοκομείο με 39° πυρετό (περίπτωση Χανς Μπερνστάιν) και ο γιατρός δεν φέρνει καμιά αντίρρηση (ας τολμήσει, αν του βαστάει!). Σας αρπάζουν πάνω από το χειρουργικό τραπέζι την ώρα που σας εγχειρίζουν για έλκος (περίπτωση N.M. Βορομπιώφ, εκπαιδευτικού επιθεωρητή το 1936) και μισοπεθαμένο, μέσα στα αίματα, σας χώνουν σε ένα κελί (όπως θυμάται ο Καρπούνιτς). Εσείς (η Νάντια Λεβίτσκαγια) καταφέρνετε να πάρετε άδεια για να δείτε την καταδικασμένη μητέρα σας, και η συνάντησή σας αποδείχνεται πως είναι αντιπαράσταση και σύλληψη! Στο κατάστημα "Γκαστρονόμ" σας καλούν στο τμήμα παραγγελιών και σας πιάνουν εκεί. Σας συλλαμβάνει ο ζητιάνος που φιλοξενήσατε τη νύχτα στο σπίτι σας από ευσπλαχνία. Σας συλλαμβάνει ο υπάλληλος που ήρθε να μετρήσει την κατανάλωση ρεύματος. Σας συλλαμβάνει ο ποδηλάτης που έπεσε πάνω σας στον δρόμο. Σας συλλαμβάνουν ο ελεγκτής του τραίνου, ο σοφέρ του ταξί, ο υπάλληλος του ταμιευτηρίου ή ο διευθυντής του κινηματογράφου. Όλοι τους μπορούν να σας συλλάβουν και πολύ αργά πια βλέπετε την αστυνομική τους ταυτότητα, που την έχουν κρυμμένη βαθιά στην τσέπη. Οι συλλήψεις μοιάζουν καμιά φορά με παιχνίδι, μόνο που αφιερώνεται σ' αυτές περίσσια εφευρετικότητα, παραπανίσια ενέργεια, ενώ το θύμα έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται ν' αντισταθεί. Μήπως μ' αυτό τον τρόπο οι πράκτορες θέλουν να δικαιολογήσουν τον μισθό τους και τον μεγάλο τους αριθμό; Γιατί, όπως φαίνεται, θα ήταν αρκετό να στείλουν απλώς ειδοποιητήρια στα σημαδεμένα κουνέλια – και αυτά θα παρουσιάζονταν πρόθυμα στην ορισμένη ώρα, με ακρίβεια δευτερολέπτου, με το μπογαλάκι τους στο χέρι, μπροστά στη μαύρη σιδερένια εξώπορτα της Υπηρεσίας Ασφαλείας, για να καταλάβουν ένα κομμάτι του πατώματος στο προορισμένο γι' αυτούς κελί. (Μήπως έτσι δεν συλλαμβάνουν τους κολχόζνικους; Αυτό δα έλειπε, να πάνε να τους βρουν νυχτιάτικα στην καλύβα τους, περνώντας τους άθλιους δρόμους. Τους καλούν απλούστατα στο αγροτικό Σοβιέτ, και εκεί τους πιάνουν. Τους απλούς εργάτες τους καλούν στα γραφεία του εργοστασίου). Φυσικά, κάθε μηχανή έχει ορισμένα όρια αποδόσεως, που δεν μπορεί να τα ξεπεράσει. Στα 1945–1946, χρόνια εντατικής και αδιάκοπης δουλειάς, όταν τα στρατιωτικά τραίνα έφταναν από την Ευρώπη το ένα μετά το άλλο και έπρεπε να απορροφηθούν όσοι έρχονταν και να σταλούν στο ΓΚΟΥΛΑΓΚ, τότε κανείς δεν χρησιμοποιούσε πια αυτό το περιττό παιχνίδι, η ίδια η θεωρία ξεθώριασε αρκετά, έχασε τα τελετουργικά της φτερά και οι συλλήψεις δεκάδων χιλιάδων ατόμων κατάντησαν ένα βαρετό προσκλητήριο: οι πράκτορες στέκονταν με τους καταλόγους στο χέρι, καλούσαν ανθρώπους από το ένα τραίνο, τους φόρτωναν σ' ένα άλλο, κι αυτή ήταν όλη η σύλληψη.

Βασικό γνώρισμα των πολιτικών συλλήψεων στο τόπο μας, για μερικές δεκαετίες, ήταν το γεγονός ότι πιάνονταν άνθρωποι εντελώς αθώοι, που γι' αυτό ακριβώς ήταν απροετοίμαστοι και για την πιο παραμικρή αντίσταση. Αυτό δημιουργούσε ένα γενικό αίσθημα υποταγής στη μοίρα και την εντύπωση (αρκετά σωστή άλλωστε με το σύστημα του εσωτερικού διαβατηρίου που εφαρμόζεται στη χώρα μας) πως είναι αδύνατο να ξεφύγεις από τη Γκεπεού ή τη Νι‐Κα‐Βε‐Ντε. Ακόμα και την εποχή που η επιδημία των συλλήψεων βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, όταν οι άνθρωποι, φεύγοντας κάθε μέρα για τη δουλειά τους, αποχαιρετούσαν την οικογένειά τους, γιατί δεν ήταν σίγουροι πως θα γύριζαν το βράδυ, ακόμα και τότε δεν προσπαθούσαν ποτέ σχεδόν να το σκάσουν (και αυτοκτονούσαν μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις). Κι αυτό ακριβώς χρειαζόταν. Το ήσυχο αρνί είναι ό,τι πρέπει για τον λύκο! Αυτό γινόταν ακόμα και γιατί τα θύματα δεν καταλάβαιναν τον μηχανισμό των επιδημιών των συλλήψεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα όργανα δεν είχαν κανένα βαθύτερο λόγο για να διαλέξουν ποιον θα έπιαναν και ποιον δεν θα ενοχλούσαν. Φτάνει να συμπλήρωναν τον καθορισμένο αριθμό. Το συμπλήρωμα του αριθμού μπορούσε να γίνεται με βάση κάποια λογική, μπορούσε όμως και να γίνεται εντελώς στην τύχη. Το 1937 παρουσιάστηκε στα γραφεία της Νι‐Κα‐Βε‐Ντε του Νοβοτσερκάσκ μια γυναίκα για να ρωτήσει τι να κάνη το μωρό της γειτόνισσας, που είχε μείνει νηστικό μετά τη σύλληψη της μητέρας του. «Καθίστε λιγάκι» της είπαν «θα σας πούμε». Δυο ώρες περίμενε η γυναίκα, ώσπου την πήραν από την αίθουσα αναμονής και την έβαλαν σε ένα κελί: Έπρεπε να συμπληρωθεί γρήγορα ο αριθμός, για να σταλούν οι κρατούμενοι στην πόλη, και αυτή τη βρήκαν πρόχειρη!

Το αντίθετο συνέβη στον Λεττονό Αντρέι Πάβελ από την Όρσα. Η Νι‐Κα‐ Βε‐Ντε πήγε στο σπίτι του να τον συλλάβει. Εκείνος δεν άνοιξε την πόρτα, πήδησε από το παράθυρο, πρόλαβε να το σκάση και πήγε κατευθείαν στη Σιβηρία. Λοιπόν, μ' όλο που έζησε εκεί χωρίς ν' αλλάξει το επίθετό του και ήταν ολοφάνερο από τα χαρτιά του πως ήταν από την Όρσα, δεν τον συνέλαβαν ΠΟΤΕ, ούτε τον κάλεσαν στην Αστυνομία, ούτε καν τον θεώρησαν ύποπτο. Γιατί υπάρχουν τριών ειδών διώξεις: μπορεί να διώκεται κανείς σε όλη τη χώρα, σε μια μόνο δημοκρατία ή σε μια μόνο περιοχή, και σχεδόν οι μισές διώξεις σ' εκείνες τις επιδημίες ήταν τοπικές. Ένα άτομο, που διάλεξαν να το συλλάβουν συμπτωματικά, να πούμε ύστερα από την καταγγελία ενός γείτονά του, μπορούσε ν' αντικατασταθεί πολύ εύκολα με έναν άλλο γείτονά του. Άτομα που πιάστηκαν τυχαία σ' ένα μπλόκο ή βρέθηκαν σε κάποιο διαμέρισμα, όπου είχε στηθεί ενέδρα, και είχαν το θάρρος, όπως ο Α. Πάβελ, να το σκάσουν την ίδια ώρα, πριν προλάβουν να τους ανακρίνουν, δεν ξαναπιάνονταν ποτέ, ούτε γινόταν καμιά δίωξη εναντίον τους. Εκείνοι όμως που έμεναν, περιμένοντας να τους απονεμηθεί δικαιοσύνη, καταδικάζονταν. Και όλοι σχεδόν, η συντριπτική πλειοψηφία τους, φέρνονταν με τον ίδιο τρόπο: λιπόψυχα, ανήμπορα, μοιρολατρικά. [...]

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κορνήλιος Καστοριάδης    Τρι 8 Σεπ 2015 - 18:11

Jean-François Revel
Η 'θεία χάρις' του Κράτους

Από το "Η 'θεία χάρις' του Κράτους", μετφ. Αιμ. Βαλασιάδης, Ευρωεκδοτική, Αθήνα, 1982.

Τα γεγονότα είναι αντιδραστικά

Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι το να είναι «αριστερή» μια κυβέρνηση, σημαίνει ότι αποβλέπει στην προώθηση της ευτυχίας των ανθρώπων. Ξεκινώντας από μια τέτοια υπόθεση, ένας απλοϊκός παρατηρητής που βλέπει την υδρόγειο θα έτεινε να δώσει το χαρακτηρισμό «αριστερές» στις χώρες που ο κόσμος ζει καλύτερα από υλικής πλευράς και από ορισμένες άλλες απόψεις που κάνουν τη ζωή υποφερτή, θα τοποθετούσε όλο και περισσότερο στα δεξιά τα καθεστώτα όσο θα κατέβαινε στην κλίμακα διαβάθμισης της ευτυχίας των λαών. Ποιά θα ήταν όμως η έκπληξη γι' αυτό τον αφελή παρατηρητή, αν ένας καθηγητής των πολιτικών επιστημών φανερωνόταν μπροστά του για να του μάθει πως πρέπει να αντιστρέψει αυτή την κατάταξη.

Οι περισσότερες κοινωνίες όπου διαπιστώνεται η πιο μεγάλη ευημερία και οι λιγότερο δυσμενείς συνθήκες για την ολοκλήρωση του άτομου, θα του έλεγε, είναι εκείνες που καθημερινά ονομάζουμε «δεξιές» ή «συντηρητικές» ενώ, αντίθετα, εμφανίζονται στον κατάλογο των «προοδευτικών» ή «σοσιαλιστικών» χωρών σχεδόν όλες εκείνες όπου ο λαός είναι ταυτόχρονα φτωχός μέχρι αθλιότητας και καταπιεσμένος μέχρις εξοντώσεως. Χωρίς να επικαλεστεί κανείς τις πιο τραγικές περιπτώσεις αυτού του αντίστροφου «προοδευτισμού», θα μπορούσε ν' αναφερθεί για παράδειγμα σε πολλές χώρες, πολιτισμένες, που η βιοτική άνεση και ευημερία έχουν φθαρεί κατά τη διάρκεια της ασκήσεως μιας «σοσιαλιστικής» εξουσίας, χωρίς όμως γι' αυτό να έχει ανακληθεί ο χαρακτηρισμός αυτός από την εξουσία. Δεν θα είχε αφαιρεθεί όμως για κανένα λόγο από μια εξουσία της «δεξιάς» ο δικός της χαρακτηρισμός, ακόμη κι αν είχε αποδειχτεί ότι συνέπεσε με μια όχι και τόσο κακή περίοδο για την ευτυχία των ανθρώπων.

Αυτός, λοιπόν, που θα ήθελε ν' αποφύγει να τον χαρακτηρίσουν σαν «αντιδραστικό», δεν θα πρέπει να περιορίζεται στο να εύχεται την ευτυχία των ανθρώπων και την εφαρμογή -ακόμη κι αν αυτή μπορεί να αναθεωρηθεί- μεθόδων κοινωνικής οργάνωσης που έχουν από πείρα αποδειχτεί οι λιγότερο καταστρεπτικές. Η άδολη, η έντιμη και χωρίς διορθώσεις χρήση ενός τέτοιου κριτηρίου θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν δείγμα κακοπιστίας για μια πλειοψηφία καθεστώτων και κυβερνήσεων, που διεκδικούν τον τίτλο των «σοσιαλιστικών» και στις όποιες κανείς δεν αμφισβητεί αυτή τη διάκριση, για να δικαιολογήσουν τον τίτλο τους πρέπει να πληρούν τους ακόλουθους όρους: να υποβιβάζουν το βιοτικό επίπεδο, να μεγαλώνουν τις ανισότητες, να περιορίζουν τις ελευθερίες.

Αν δεχτεί κανείς να δει, στη συνύπαρξη των τριών αυτών όρων, ή έστω των δύο από αυτούς, τη βέβαιη ένδειξη πώς βρίσκεται μπροστά σ' ένα καθεστώς της δεξιάς, θα πρέπει αναπόφευκτα να τοποθετήσει στα δεξιά τα καθεστώτα της αριστεράς, δηλαδή να τα συκοφαντήσει κι έτσι να γίνει αντιδραστικός. Βέβαια, υπάρχει, ευτυχώς, κι ένας εξ ίου υπολογίσιμος αριθμός καθεστώτων ή κυβερνήσεων της δεξιάς που πληρούν με τη σειρά τους τους τρεις όρους που απαριθμήσαμε. Γι' αυτές δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα: δίνουν νόμιμα στόχο στη ν παγκόσμια αγανάκτηση, δηλαδή αυτό που θα περίμενε από αυτές η Ιστορία. Αλλά καθώς συναντά κανείς άλλες κυβερνήσεις της δεξιάς που δεν πληρούν αυτούς τους όρους κι ένα άθροισμα σοσιαλιστικών καθεστώτων που τους προσφέρουν σε αφθονία, δεν θα μπορούσε, χωρίς πνευματική ανεντιμότητα, να χρησιμοποιήσει αυτά τα κριτήρια για να ξεχωρίσει τη δεξιά από την αριστερά.

Πώς λοιπόν να το πετύχει κανείς; Με το να ξεφορτωθεί μια για πάντα την προκατάληψη σύμφωνα με την οποία η τοποθέτηση μιας κυβέρνησης στη δεξιά ή το σοσιαλισμό θα μπορούσε να κριθεί σύμφωνα με τα καλά ή τα κακά αποτελέσματα των ενεργειών που κάνει για το μεγαλύτερο αριθμό των πολιτών. Υπάρχουν κυβερνήσεις της αριστεράς που έχουν κακά αποτελέσματα και κυβερνήσεις της δεξιάς που έχουν καλά, ακόμη ένα πλήγμα. Αυτό επιτρέπει τη διατύπωση του πρώτου αξιώματος της σύγχρονης πολιτικής: είναι αντιδραστικό να κρίνεται μια κυβέρνηση από τ' αποτελέσματα της.

Το δεύτερο αξίωμα είναι το ακόλουθο: ο σοσιαλισμός είναι πάντα στην αριστερά και ο καπιταλισμός πάντα στη δεξιά. Αυτό το θεμελιακό αξίωμα δεν έχει καμιά σχέση με τη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής. Υπάρχουν σοσιαλιστικά συστήματα στα όποια, από λάθος τους, οι άνθρωποι ζουν άσχημα και καπιταλιστικά συστήματα όπου ζει κανείς λιγότερο άσχημα. Αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Τα πρώτα είναι καλά συστήματα που έχουν μπει σε κακό δρόμο, τα δεύτερα είναι κακά συστήματα, η φαινομενική ευφορία των οποίων είναι ψεύτικη και κρύβει μόλις μετά βίας μια αθεράπευτη αρρώστια.

Απομένει να γίνει δεκτό ότι τα κακά, από τα όποια πάσχει ο σοσιαλισμός, θα μπορούσαν να φανούν ακόμη πιο αθεράπευτα. «Μέχρι τώρα δίδασκα στους μαθητές μου τη λέξη ανεργία, από αύριο το πρωί θα τους μάθω να κλίνουν το ρήμα ζω», δήλωσε ένας νεαρός δάσκαλος που ρωτήθηκε τυχαία από ένα συνεργείο της τηλεόρασης στην πλατεία της Βαστίλης, τη νύχτα της εκλογής του Φρανσουά Μιττεράν στην προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας. Η πίστη στην ακαριαία εξάτμιση της ανεργίας το πρωί που ακολούθησε την εκλογή ενός σοσιαλιστή Προέδρου, ακτινοβολεί σ' αυτό το δάσκαλο μια οικονομική καλλιέργεια προσαρμοσμένη στην περίοδο της αντιπολίτευσης και που επιβίωσε ίσως λίγο χρόνο παραπάνω απ' ό,τι χρειάζεται. Πολύ λίγο όμως ενδιαφέρει, γιατί από δω κι εμπρός, για να χρησιμοποιήσουμε την κομψή έκφραση της ημέρας, αυτό που έχει σημασία είναι το ότι η μάχη κερδίζεται «με την εκστρατεία των εξηγήσεων». «Η λέξη είναι ένας πανίσχυρος δεσπότης» έλεγε ο Γοργίας με περισσή διαύγεια.

Επειδή η νέα κυβέρνηση δεν μπόρεσε να εξαφανίσει από τη μια μέρα στην άλλη την ανεργία και τον πληθωρισμό, κι ακόμα λιγότερο εφόσον βιάστηκε να λάβει μέτρα που τα επιδείνωσαν, της μένει να εξηγήσει στους πολίτες γιατί, παρά τις υποσχέσεις της, δεν πραγματοποιήθηκε το θαύμα με την εξαφάνιση της παλιάς πλειοψηφίας. Για να τους το εξηγήσει, κατονομάζει τους τρεις υπεύθυνους: τον εσωτερικό εχθρό, τον εξωτερικό εχθρό και τον προγενέστερο εχθρό. Ο πρώτος είναι οι «κερδοσκόποι» που συνωμοτούν για να οργανώσουν τη «φυγή των κεφαλαίων». Ο δεύτερος εχθρός είναι οι Αμερικανοί με τα επιτόκια τους. Θα έπρεπε άραγε να θυμίσουμε ότι τον Απρίλη του 1980 τα αμερικανικά επιτόκια είχαν φτάσει στο 21% και ότι το δολάριο είχε σταθεροποιηθεί στα 4,10 φράγκα; Εξαιτίας αυτού οι Γάλλοι παραπονιόνταν - εξάλλου πάντα παραπονούνται για την πορεία του δολαρίου όποια κι αν είναι. Γι' αυτό καλό είναι να μην αποχωριστούμε από αυτό το όπλο που είναι εξαιρετικά ανθεκτικό και έχει περίφημη κόψη. Αλλά ο σπουδαιότερος εχθρός στη μεταβατική περίοδο είναι ο προγενέστερος εχθρός. Με σκοπό να εξηγήσει τη βραδύτητα της ανόρθωσης, δηλαδή την επιτάχυνση της πτώσης, το σοσιαλιστικό κόμμα έχει αποφασίσει να περιγράψει πολύ σκυθρωπή την κατάσταση που άφησαν οι προκάτοχοι, περιφρονώντας και τα πιο θεμελιωμένα στοιχεία και τις πιο κοινές αποδείξεις. Η άβυσσος, στην οποία βρίσκεται η χώρα, σύμφωνα με τους νέους κυβερνήτες, είναι τόσο βαθιά, που επιβάλλει υπομονή, αλλά και κυρίως, επαγρύπνηση κατά των υπονομευτών.

Από δω ξεκινάει το τρίτο και τελευταίο θεμελιακό αξίωμα της σοσιαλιστικής σκέψης: όταν ο καπιταλισμός ναυαγεί, είναι φανερά λάθος του καπιταλισμού• όταν ο σοσιαλισμός ναυαγεί, πάλι είναι λάθος του καπιταλισμού.

Τα λόγια είναι πεισματάρικα

Σύμφωνα με τα όσα προηγούνται, είναι επόμενο πως καμιά κριτική του σοσιαλισμού δεν θα μπορούσε να είναι καλόπιστη. Η κριτική δεν μπορεί να είναι αφιλοκερδής ακόμη κι αν έχει σαν κίνητρο, φαινομενικά, την ανάμνηση των προηγούμενων αποτυχιών, από φόβο μήπως στο μέλλον οι ίδιες αιτίες προκαλέσουν τις ίδιες καταστροφές. Το να αναγνωριστεί μια κριτική σαν «αριστερή» με τη δικαιολογία ότι υπαγορεύεται από μια ειλικρινή ανησυχία σχετικά με το μέλλον, θα ήταν μια αρχή συμβιβασμού. Από τη στιγμή που ένας σοσιαλιστής θεωρεί ότι η αντίρρηση ενός τρίτου μπορεί και να μην είναι εμπνευσμένη από τον «εκφεουδαλισμό» του και μόνο στις πολυεθνικές, και ότι είναι συζητήσιμη, είναι νικημένος. Τι λέω! Έγινε υπηρέτης των «κυριάρχων» αυτός ο ίδιος.

Αφήνουμε στο περιθώριο την αστεία υπόθεση πως μια «δεξιά κριτική» θα μπορούσε να περιλαμβάνει έστω και ένα ίχνος αλήθειας. Ένας κριτικός της δεξιάς είναι όργανο του Μεγάλου Κεφαλαίου και προστατεύει τα εγωιστικά του συμφέροντα με δουλοπρέπεια και φτάνει την υποκρισία του στο σημείο να στηριχτεί σε μερικά πραγματικά γεγονότα, πράγμα επικίνδυνο για το σοσιαλισμό. Αναμιγνύει, με προδοτικό τρόπο, στη μάχη που δίνει για την υπεράσπιση των προνομιούχων, μερικές ακλόνητες διαπιστώσεις που είναι μάλιστα κατανοητές απ' όλους και που, εξαιτίας ακριβώς της κοινοτυπίας τους, αποκτούν δύναμη. Κάθε σωστός σοσιαλιστής, όχι μόνο δεν θα κλονιστεί απ' αυτά αλλά αντίθετα θ' αποκομίσει ένα πολύτιμο δίδαγμα από τη μελέτη των δεξιών κριτικών, το ότι δηλαδή κάθε υποτιθέμενος αριστερός κριτικός που επικαλείται γεγονότα για να δείξει έστω και μια παροδική χειροτέρευση της καθημερινής ζωής των ταπεινών, είναι στην ουσία δεξιός κριτικός. Ποιος δεν θα έβρισκε ύποπτη πραγματικά αυτή τη συγγένεια που υπάρχει στις αντιρρήσεις της δεξιάς και σ' αυτές της δήθεν αριστεράς, που επικαλούνται γεγονότα και έχουν το άγχος των αποτελεσμάτων; Όποιες κι αν είναι, απ' όπου κι αν προέρχονται, οι κριτικές κατά του σοσιαλισμού είναι λοιπόν κριτικές της δεξιάς, και γι' αυτό το λόγο δεν είναι άξιες να ληφθούν υπόψη.

Μήπως όμως αυτή η λύση είναι κάπως απότομη και υπερβολικά απόλυτη κατάφαση, μια άρνηση επιχειρηματολογίας; Προτρέπω αυτούς που πιθανόν αρχίζουν ν' αμφιβάλλουν, να σκεφτούν για λίγο τη λαμπρή επιτυχία που είχαν, χάρη στη μέθοδο που αναφέραμε, οι μεγάλοι ηγέτες των χωρών του Τρίτου Κόσμου. Πραγματικά, οι επιφανείς αυτοί άνδρες, που τους σέβονται και τους θαυμάζουν παντού, αυτοί οι χαρισματικοί ηγέτες του προοδευτικού Τρίτου Κόσμου (εννοείται πως οι αντίστοιχοι μη προοδευτικοί ηγέτες του Τρίτου Κόσμου θα έχουν να δώσουν λόγο στην παγκόσμια συνείδηση) των οποίων το ηθικό κύρος ακτινοβολεί σε όλο τον πλανήτη, αυτοί οι σοσιαλιστές ημίθεοι, είναι αρχηγοί κρατών που έχουν βυθίσει τις χώρες τους σε χρεοκοπία. Οι υπήκοοι τους, εκτός από τους ανθρώπους τους που βρίσκονται στις κρατικές υπηρεσίες και που επιβλέπουν τον πληθυσμό που φυτοζωεί, χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: σ' αυτούς που βρίσκονται περιορισμένοι σε στρατόπεδα (ουσιαστικά στο χώρο της εργασίας τους), σ' αυτούς που στέλνουν να σκοτωθούν σε αποικιακούς πολέμους και, τέλος, σ' αυτούς που θέλουν να δραπετεύσουν και που κινδυνεύουν από ένα σχεδόν σίγουρο πνιγμό.

Έχουμε ρωτήσει ποτέ τους αρχηγούς του Τρίτου Κόσμου, αυτούς τους «φάρους της σκέψης» (η φράση είναι του Β. Ζισκάρ ντ' Εσταίν και αφορούσε το Μάο Τσε Τουνγκ), ναι, έχουμε ποτέ τολμήσει να τους ρωτήσουμε πώς ζουν οι άνθρωποι στις χώρες που κυβερνούν; Θα ήταν απρέπεια. Άλλωστε, ακόμη κι αν είχαμε αποδείξει εκατό φορές πώς δεν κυβερνούν παρά χοιραδικές, ανεγκέφαλες και πεινασμένες ορδές, πάνω από τις οποίες πλανιέται η προστατευτική σκιά ενός αυστηρού συντάγματος, αυτό δεν θα μείωνε σε τίποτα το παγκόσμιο κύρος τους. Αντίθετα, τους κολακεύουν, τους σέβονται, τους εκτιμούν, τους υποδέχονται παντού, τους μεταφράζουν σε όλες τις γλώσσες, οι ίδιοι τρομοκρατούν και σαγηνεύουν ταυτόχρονα τα Ενωμένα Έθνη, καθοδηγούν την Οργάνωση των χωρών που λέγονται μη ευθυγραμμισμένες ή αυτή των Αφρικανικών Κρατών, και δίνουν μαθήματα ηθικής στους δήμιους του ανθρώπινου γένους όπως είναι η Ελβετική Ομοσπονδία ή η Νέα Ζηλανδία. Είναι γεγονός, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, πως κατάφεραν ν' αποσυνδέσουν εντελώς τις έννοιες του μεγαλείου του ηγέτη του Κράτους και της δράσης του μέσα στην ίδια του τη χώρα.

Πρέπει, λοιπόν, να μάθουμε να τρέφουμε αγνά και αφιλοκερδή αισθήματα απέναντι στο σοσιαλισμό. Αν κανένας Πολωνός δεν είχε την αξιοθρήνητη παραξενιά του να φανταστεί πως υπάρχει έλλειψη τροφίμων στη χώρα του, πράγμα που δείχνει μια καπιταλιστική ευαισθησία -εφόσον πρόκειται για κριτική της οικονομίας με βάση την αποδοτικότητα της-, δεν θα είχαμε ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για κρίση του σοσιαλισμού στην Πολωνία.

Κάθε δόγμα στηρίζεται στον αυστηρό διαχωρισμό των προθέσεων και των πράξεων, αυτός είναι άλλωστε ο μόνος τρόπος για να διαρκέσει. Αυτό είναι το μυστικό της μακροζωίας του χριστιανισμού. «Αν δεν γινόταν αυτό, γράφει ο Bayle που γνώριζε το θέμα σε βάθος, αν δεν γινόταν αυτό, πώς θα ήταν δυνατό οι Χριστιανοί, που γνωρίζουν καλά, χάρη σε μια αποκάλυψη που στηρίζεται σε θαύματα, ότι πρέπει ν' απαρνηθούν την ακολασία ώστε να κερδίσουν την αιώνια ευτυχία (και για να μην είναι αιώνια δυστυχισμένοι), που έχουν τόσο εξαιρετικούς ιεροκήρυκες μισθωτούς και που τους παραινούν έντονα και πιεστικά, που έχουν παντού τόσο σοφούς καθοδηγητές της συνείδησης και τόσα βιβλία πίστης• πώς λέω θα ήταν δυνατό να συνεχίσουν να ζουν οι Χριστιανοί μέσα στην ακολασία, όπως το κάνουν;» Με τον ίδιο τρόπο δεν θα νομίζαμε πως ακούμε να μιλούν γύρω μας σχετικά με το σοσιαλισμό; Μήπως δεν τον υπηρετούν με τον ίδιο τρόπο «περίφημοι κήρυκες» μισθωτοί, ή μήπως δεν διαθέτει «καθοδηγητές της συνείδησης σοφούς και με ζήλο», ή μήπως, και πάνω απ' όλα, του λείπουν τα «βιβλία πίστης»; Ο Bayle σημειώνει κατόπιν το έξης σχετικά με την κάθε είδους πίστη, αφού η αγάπη ενός άνθρωπου για τη θρησκεία του είναι ένα πάθος ανάμεσα σ' άλλα, ο καθένας μπορεί να παραβιάσει τους κανόνες της αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί ν' ανεχθεί την αμφιβολία των τρίτων: «μ' αυτό τον τρόπο, πιστεύουμε πως η θρησκεία στην οποία έχουμε ανατραφεί είναι η καλύτερη και συγχρόνως κάνουμε στην πράξη ό,τι είναι κολάσιμο και απαγορευμένο, αυτά τα πράγματα συμβιβάζονται τόσο στην υψηλή κοινωνία όσο και στα λαϊκά στρώματα.»

Μια άλλη παρήγορη σκέψη για τον κάθε σοσιαλιστή είναι, επίσης, το ότι το γλίστρημα μιας αναπτυγμένης χώρας στην οικονομική ανεπάρκεια μπορεί να γίνει το ίδιο αθόρυβα όσο και η προηγούμενη άνοδος της προς την ευμάρεια. Άλλωστε υπάρχει η εκδοχή να μείνουν πολύ λίγα ακριβή ίχνη της στη μνήμη των ανθρώπων ώστε να επιτρέπουν τη σύγκριση της προηγούμενης με την τωρινή κατάσταση. Αν το 1950 δείχναμε σε έναν εικοσιπεντάχρονο Γάλλο, μέτριας οικονομικής κατάστασης και χωρίς ελπίδες κάποιας κληρονομιάς, τη στάθμη του βιοτικού του επιπέδου το 1980, θα νόμιζε ότι κάποιο πονηρό πνεύμα του έπαιζε ένα άσχημο παιχνίδι. Σήμερα όμως θα του ήταν δύσκολο να συνειδητοποιήσει πώς το 1950 το σημερινό του βιοτικό επίπεδο θα του είχε φανεί σαν ένα όνειρο. Με τον ίδιο τρόπο, το 2010, ο Γάλλος που έγινε εικοσιπέντε χρόνων το 1980, θα έχει ξεχάσει το μέτρο με το όποιο μετρούσε την άνεση της καθημερινής του ζωής.

Εκτός από αυτό, που είναι θέμα συνήθειας του ανθρώπου, θα πρέπει να συγκρατήσουμε το κεφαλαιώδες αξίωμα που ήταν το συμπέρασμα του προηγούμενου κεφαλαίου: ό,τι έχει συμβεί, συμβαίνει και θα συμβεί στο σοσιαλισμό, πρέπει πάντα ν' αποδίδεται στον καπιταλισμό. Το 2010, αυτού του είδους τα επιχειρήματα, που αναφέρονται στην ολέθρια περίοδο πριν από τις 10 Μαΐου 1981, μέρα της εκλογής του Μιττεράν στην Προεδρία της Δημοκρατίας, θα είναι δύσκολο να εξαντληθούν. Για να συνεχιστεί η εξόρυξη μεταλλεύματος απ' αυτά τα πλούσια χρόνια, θα πρέπει να επινοηθούν λέξεις, όλο και περισσότερες, όχι μόνο να επινοηθούν αλλά και να επαναλαμβάνονται. Μπορούμε να μετρήσουμε την εξουσία των λέξεων πάνω στη σκέψη του συνόλου, αν θυμηθούμε πώς κανένα από τα σοσιαλιστικά καθεστώτα, στα τέλη αυτού του αιώνα που γνώρισε τόσα και τόσα καταστροφικά, δεν συνδέεται στην κοινή γνώμη με την ιδέα μιας ολοκληρωτικής αποτυχίας! Τα γεγονότα είναι πεισματάρικα, είπε ο Lesage σε μια περίφημη φράση. Λάθος. Τα γεγονότα δεν είναι τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα γεγονός που να μη μπορεί να αντιστραφεί, να εξουδετερωθεί ή να δώσει τη θέση του σε ένα πλαστό συνάθροισμα, γραπτά ή προφορικά, και του οποίου η πλαστοποιημένη απόδοση, όταν διαδοθεί, να μη μπορεί να αντισταθεί σε κάποια διόρθωση, ή σε ντοκουμέντα που αποδεικνύουν τη μηδαμινότητά του. Όχι, τα γεγονότα δεν είναι πεισματάρικα, οι λέξεις μόνο είναι.

Μια από τις πρώτες παρατηρήσεις του Θουκυδίδη, στην αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου, είναι το ότι οι άνθρωποι δεν έχουν την περιέργεια της εξακρίβωσης ενός γεγονότος σε ό,τι άφορα την πολιτική και την ιστορία, καθώς και το ότι διαιωνίζουν αβάσιμες πεποιθήσεις, παρόλο που εκμηδενίζονται αυτές, αλλά μάταια, από μια έστω και στοιχειώδη πληροφόρηση. «Οι άνθρωποι -γράφει- δέχονται και μεταδίδουν στους άλλους χωρίς να το εξετάσουν, ακόμα και αν πρόκειται για την ίδια τους τη χώρα, τις συνήθειες που έχουν σχέση με τα γεγονότα του παρελθόντος». Ο Θουκυδίδης αναφέρει το παράδειγμα της δόξας του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα, που από αγάπη στη δημοκρατία σκότωσαν τον «τύραννο» Ίππαρχο, ενώ ο αληθινός τύραννος ήταν ο Ιππίας: πράγμα που είναι το ίδιο παράλογο σα να είχαμε κάνει αντιφασιστικό ήρωα έναν Ιταλό που θα είχε σκοτώσει τη μαγείρισσα του Μουσολίνι. Τί θα είχε σκεφθεί ο Θουκυδίδης αν ήξερε πως ο μύθος του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα «μαρτύρων της ελευθερίας» παραμένει ανέπαφος στα σχολικά βιβλία δυόμιση χιλιάδες χρόνια έπειτα από το υποτιμητικό του σχόλιο; «Έχουμε -συμπεραίνει- λαθεμένες ιδέες για πολλά πράγματα, ακόμα και για γεγονότα τωρινά, που δεν μπορούμε να πούμε πώς ο χρόνος τα έχει σβήσει από τη μνήμη».

Ευτυχώς!, θα μπορούσα να πω. Γιατί χωρίς τις αυταπάτες των άλλων, πώς θα μπορούσαμε να κάνουμε πολιτική και, κυρίως, να κυβερνούμε, ή ν' αλλάζουμε την κοινωνία και τον τρόπο ζωής; Η αλλαγή δεν μπορεί να πείσει, παρά μόνο αν οι άνθρωποι διατηρούν μια θολή εικόνα για ό,τι προηγήθηκε. Όσο πιο θολή είναι αυτή η εικόνα, τόσο πιο εύκολα την αναπληρώνουμε με μια άλλη που την θεωρούμε κατάλληλη για την αλήθεια της στιγμής.

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κορνήλιος Καστοριάδης    Τρι 8 Σεπ 2015 - 18:13

Albert Camus
Το παράλογο και η αυτοκτονία

Από τον "Μύθο του Σίσυφου", μτφ. Βαγγέλη Χατζηδημητρίου, εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα 1973.

Δεν υπάρχει παρά ένα μονάχα φιλοσοφικό πρόβλημα πραγματικά σοβαρό: το πρόβλημα της αυτοκτονίας. Τη στιγμή που αποφασίζεις πως η ζωή αξίζει ή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζήσεις, απαντάς στο βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας. Τα υπόλοιπα, εάν ο κόσμος έχει τρεις διαστάσεις, εάν το πνεύμα διαιρείται σε εννιά ή δώδεκα κατηγορίες, ακολουθούν. Είναι παιχνίδια. Αρχικά πρέπει να απαντήσουμε. Και εάν σύμφωνα με το Νίτσε, είναι αλήθεια πως για να εκτιμηθεί ένας φιλόσοφος οφείλει να δίνει το παράδειγμα, καταλαβαίνουμε τι σημασία έχει η απάντηση, αφού απ' αυτή εξαρτάται η τελική χειρονομία. Εδώ είναι φανερό ότι πρόκειται για ευαισθησίες της καρδιάς, πρέπει όμως να εμβαθύνουμε σ' αυτές για να τις καταλάβουμε.

Όταν διερωτώμαι πώς κρίνω ότι ένα τέτοιο ερώτημα είναι πιο αναγκαίο από ένα άλλο, απαντάω ότι η πραγματικότητα το αναγκάζει να τεθεί. Δεν είδα ποτέ κανένα να πεθαίνει για το οντολογικό επιχείρημα. Ο Γαλιλαίος που ήταν κάτοχος μιας σημαντικής επιστημονικής αλήθειας, την απαρνήθηκε ευκολότατα τη στιγμή που έβαζε τη ζωή του σε κίνδυνο. Από μια άποψη έκανε καλά. Δεν άξιζε ν' ανέβει στην πυρά γι' αυτή την αλήθεια. Το εάν η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο ή ο ήλιος γύρω απ' τη γη, δεν έχει κατά βάθος σημασία. Είναι μια μάταιη απορία. Αντίθετα, παρατηρώ ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν γιατί πιστεύουν πως η ζωή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζει κανείς. Βλέπω άλλους να σκοτώνονται, παραδόξως, για ιδέες ή αυταπάτες που τους παρέχουν μια δικαιολογία για να ζουν (αυτό που νομίζουν δικαιολογία για να ζουν αποτελεί συγχρόνως μια περίφημη δικαιολογία για να πεθάνουν). Συμπεραίνω λοιπόν ότι το νόημα της ζωής είναι το σπουδαιότερο από τα ερωτήματα. Πώς ν' απαντήσουμε; Πάνω σ' όλα αυτά τα σημαντικά προβλήματα - καταλαβαίνω κι εκείνους που διακινδυνεύουν να σκοτωθούν κι αυτούς που δεκαπλασιάζουν το πάθος για ζωή - υπάρχουν κατά τα φαινόμενα δυό μονάχα μέθοδοι σκέψης, η μέθοδος του ντε Λα Παλίς και η μέθοδος του Δον Κιχώτη. Μονάχα η ισορροπία αληθοφάνειας και λυρισμού μπορεί να μας κάνει να νοιώσουμε την ίδια στιγμή τη συγκίνηση και τη σαφήνεια. Σ' ένα θέμα τόσο απλό και παθητικό μαζί η επιστημονική και κλασική διαλεκτική οφείλει να παραχωρήσει τη θέση σε μια απλούστερη πνευματική στάση που προέρχεται από την ειλικρίνεια και τη συμπάθεια.

Αντιμετώπισαν πάντα την αυτοκτονία σαν ένα κοινωνικό φαινόμενο. Εδώ όμως τίθεται το θέμα της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στην ατομική σκέψη και την αυτοκτονία. Μια χειρονομία σαν κι αυτή ωριμάζει μέσα στη σιωπή της καρδιάς, με το ρυθμό που ωριμάζει ένα μεγάλο έργο. Ο ίδιος ο άνθρωπος το αγνοεί. Ένα βράδυ, κάνει την τελική χειρονομία. Μου έλεγαν για το διευθυντή κάποιας επιχείρησης που αυτοκτόνησε, πως είχε χάσει την κόρη του πριν πέντε χρόνια, πως από τότε είχε αλλάξει ριζικά και ότι αυτή η ιστορία "τον είχε φθείρει". Δεν υπάρχει ακριβέστερη έκφραση. Το ότι αρχίζεις να σκέφτεσαι σημαίνει πως αρχίζεις να φθείρεσαι. Η κοινωνία δε δίνει μεγάλη σημασία σ' αυτές τις καταστάσεις. Το σαράκι βρίσκεται στην καρδιά του ανθρώπου. Εκεί πρέπει να το αναζητήσουμε. Αυτό το θανάσιμο παιχνίδι που οδηγεί την αντιμέτωπη στο φως ύπαρξη, στη φυγή έξω απ' αυτό, πρέπει να το παρακολουθήσουμε και να το καταλάβουμε.

Υπάρχουν πολλά αίτια σε μια αυτοκτονία και γενικά τα πιο φανερά δεν είναι τα κυριότερα. Σπάνια αυτοκτονεί κανείς (η υπόθεση εν τούτοις δεν αποκλείεται) από αντίδραση. Εκείνο που οδηγεί στην αυτοκτονία πάντα σχεδόν είναι ανεξέλεγκτο. Συχνά οι εφημερίδες αναφέρουν για "βαθιές μελαγχολίες" ή "για ανίατη ασθένεια". Αυτές οι εξηγήσεις γίνονται δεκτές. Θα έπρεπε όμως να ξέρουμε μήπως την ίδια μέρα ένας φίλος του απελπισμένου του μίλησε μ' έναν τόνο αδιάφορο. Αυτός ο φίλος είναι ο υπαίτιους. Γιατί αυτό φτάνει για να ξεσπάσουν οι θλίψεις και η κούραση που είναι ακόμα μετέωρες. [Δεν παραλείπουμε την ευκαιρία να υπογραμμίσουμε το σχετικό χαρακτήρα αυτού του δοκιμίου. Πράγματι, η αυτοκτονία μπορεί να συνδεθεί με πολύ πιο έντιμα αίτια. Παράδειγμα: οι πολιτικές αυτοκτονίες, οι λεγόμενες αυτοκτονίες διαμαρτυρίας, στην κινεζική επανάσταση].

Αλλά, εάν είναι δύσκολο να καθορίσουμε ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία το πνεύμα ξεκίνησε για το θάνατο, είναι πιο εύκολο να αντλήσουμε από την ίδια την αυτοκτονία τα συμπεράσματα που μας αναγκάζει να βγάλουμε. Από μια άποψη το να σκοτωθείς, σημαίνει, όπως στο μελόδραμα, πως αναγνωρίζεις κάτι. Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις πως νικήθηκες απ' τη ζωή ή πως δεν την καταλαβαίνεις. Ας μην προχωρούμε όμως τόσο μακριά μ' αυτές τις αναλογίες κι ας επιστρέψουμε στις συνηθισμένες εκφράσεις. Σημαίνει μονάχα πως αναγνωρίζεις ότι "δεν αξίζει τον κόπο" να ζεις. Φυσικά, η ζωή δεν είναι ποτέ εύκολη. Συνεχίζουμε να κάνουμε τις χειρονομίες που υπαγορεύει η ύπαρξη για πολλούς λόγους, αλλά ο κυριότερος είναι η συνήθεια. Το να πεθαίνεις θεληματικά σημαίνει πως την ίδια στιγμή αναγνωρίζεις το γελοίο χαρακτήρα αυτής της συνήθειας, την απουσία κάθε βαθιάς αιτίας, τον ανόητο χαρακτήρα της καθημερινής κίνησης και τη ματαιότητα του πόνου.

Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το ακαθόριστο συναίσθημα που στερεί το πνεύμα απ' τον αναγκαίο για τη ζωή ύπνο; Ένας κόσμος που μπορούμε να το εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας ακόμα και πρόχειρες δικαιολογίες είναι ένας κόσμος οικείος, φιλικός. Αλλά, μέσα σ' ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νοιώθει σαν ξένος. Σ' αυτή την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδα ή από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η απόσταση, του ανθρώπου από τη ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παράλογου. Κάθε υγιής άνθρωπος όταν σκέφτεται την αυτοκτονία, πρέπει να παραδεχτεί, χωρίς περισσότερες εξηγήσεις, πως αισθάνεται να υπάρχει ένας σταθερός σύνδεσμος ανάμεσα σ' αυτό το συναίσθημα και την έλξη προς το μηδέν.

Θέμα του δοκιμίου είναι αυτή ακριβώς η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο παράλογο και την αυτοκτονία, το ακριβές μέτρο μέσα στο οποίο η αυτοκτονία αποτελεί μια λύση για το παράλογο. Μπορούμε να θέσουμε σαν αρχή πως για έναν άνθρωπο που δεν κοροϊδεύει, τις πράξεις του πρέπει να τις ρυθμίζει αυτό που πιστεύει γι' αλήθεια. Η πίστη, λοιπόν, στον παραλογισμός της ύπαρξης πρέπει να ρυθμίζει την πορεία του. Η περιέργειά μας ν' αναρωτηθούμε, ειλικρινά και χωρίς ψεύτικες συγκινήσεις, εάν ένα τέτοιο συμπέρασμα επιβάλλει να εγκαταλείψουμε ταχύτερα μια ακατανόητη κατάσταση, είναι θεμιτή. Εδώ, βέβαια, μιλάω για ανθρώπους διατεθειμένους να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους.

Αυτό το πρόβλημα, τοποθετημένο με σαφήνεια, μπορεί να φαίνεται πως είναι απλό και άλυτο μαζί. Αλλά άδικα πιστεύουμε πως τα απλά προβλήματα έχουν απλές λύσεις και πως το εμφανές καταλήγεις στο εμφανές. Εκ των προτέρων, και αντιστρέφοντας τα δεδομένα του προβλήματος, φαίνεται πως δεν υπάρχουν παρά δυο φιλοσοφικές λύσεις, είτε αυτοκτονούμε είτε όχι, η λύση του ναι και η λύση του όχι. Θα ήταν πολύ ωραίο. Πρέπει, όμως, να πάμε με το μέρος εκείνων που, χωρίς να συμπεραίνουν, πάντα διερωτώνται. Δεν ειρωνεύομαι: αυτοί είναι οι περισσότεροι. Παρατηρώ ακόμα πως εκείνοι που απαντούν όχι, ενεργούν σαν να σκέφτηκαν, ναι. Πραγματικά, εάν δεχτώ το κριτήριο του Νίτσε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σκέφτονται, ναι. Αντίθετα, τις περισσότερες φορές εκείνοι που αυτοκτονούν είναι βέβαιοι για το νόημα της ζωής. Αυτές οι αντιφάσεις πάντα υπάρχουν. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι ποτέ δεν ήταν τόσο ζωντανές όσο αυτήν τη στιγμή που η λογική, αντίθετα, είναι τόσο απαραίτητη. Η σύγκριση ανάμεσα στις φιλοσοφικές θεωρίες και τη συμπεριφορά εκείνων που τις διδάσκουν είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο. Αλλά πρέπει να παραδεχτούμε ότι μεταξύ των στοχαστών που δέχονται πως η ζωή δεν έχει νόημα κανείς δεν έφτασε στο σημείο να την αρνηθεί, εκτός απ' τον Κιρίλωφ - που είναι μυθιστορηματικός ήρωας - τον Πενεγκρίνο [Έχω ακούσει να μιλάνε για ένα μεταπολεμικό συγγραφέα, εφάμιλλο του Περεγκρίνου, που αφού τελείωσε το πρώτο του βιβλίο αυτοκτόνησε για να δημιουργήσει ενδιαφέρον γύρω απ' το έργο του. Το ενδιαφέρον πράγματι δημιουργήθηκε, μα το βιβλίο κρίθηκε ως αποτυχημένο] - γνωστό απ' τον Λουκιανό - και τον Ζυλ Λεκιέ που εκθειάζει την υπόθεση. Για να γελάσουν αναφέρουν συχνά τον Σοπενάουερ που έπλεκε το εγκώμιο της αυτοκτονίας μπροστά σ' ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά. Δεν είναι αστείο αυτό. Το να μη σέβεσαι μ' αυτό τον τρόπο το τραγικό, δεν είναι σπουδαίο, φτάνει όμως για να κρίνεις τον άνθρωπο.

Πρέπει λοιπόν να πιστέψουμε πως - μπροστά σ' αυτές τις αντιφάσεις και ασάφειες - δεν υπάρχει καμιά σχέση ανάμεσα στην γνώμη που μπορεί να έχουμε για τη ζωή και τη χειρονομία που κάνουμε για να την αφήσουμε; Δεν υπερβάλλουμε. Στον έρωτα ενός ανθρώπου για τη ζωή υπάρχει κάτι δυνατότερο απ' όλες τις αθλιότητες του κόσμου. Η κρίση του κορμιού αξίζει περισσότερο απ' την κρίση του πνεύματος και μπροστά στην εκμηδένιση το κορμί υποχωρεί. Συνηθίζουμε να ζούμε προτού συνηθίσουμε να σκεφτόμαστε. Σ' αυτήν τη διαδρομή που κάθε μέρα μας φέρνει κοντύτερα στο θάνατο το κορμί διατηρεί αυτή την αναπόφευκτη προτεραιότητα. Τελικά, η ουσιαστική αντίφαση υπάρχει σ' αυτό που θα ονομάσω υπεκφυγή, γιατί συγχρόνως είναι κάτι λιγότερο και περισσότερο από την ικανοποίηση, με την έννοια που δίνει στη λέξη ο Πασκάλ. Η θνητή υπεκφυγή είναι η ελπίδα και αποτελεί το τρίτο θέμα αυτού του δοκιμίου. Η ελπίδα μιας άλλης ζωής που πρέπει "να αξίζει", ή η φρεναπάτη εκείνων που ζουν όχι για την ίδια τη ζωή, μα για κάποια μεγάλη ιδέα που τη διέπει, την εξυψώνει, της δίνει ένα νόημα και την προδίνει.

Έτσι όλα οδηγούν στη σύγχυση. Δεν είναι μάταιο το ότι ως εδώ παίζαμε με τις λέξεις και κάναμε πως πιστέψαμε ότι η άρνηση ενός νοήματος στη ζωή οδηγεί οπωσδήποτε στο συμπέρασμα ότι δεν αξίζει τον κόπο να τη ζεις. Πράγματι, σ' αυτές τις δυο γνώμες δεν υπάρχει τίποτα το υπερβολικό. Πρέπει μονάχα να μη μας πλανήσουν οι συγχύσεις, οι διαστάσεις και οι ασάφειες που έχουμε μέχρι τώρα επισημάνει. Πρέπει να απομακρυνθούμε απ' όλα αυτά και να πάμε κατ' ευθείαν στο αληθινό πρόβλημα. Αυτοκτονεί κανείς γιατί δεν αξίζει τον κόπο να ζήσει τη ζωή, να μια αναμφισβήτητη αλήθεια - άκαρπη όμως γιατί είναι αυτόδηλη. Αλλά μήπως αυτή η προσβολή, αυτή η άρνηση που μέσα της βυθίζουμε την ύπαρξη, οφείλεται στο ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα; Μήπως ο παραλογισμός της ζωής μας αναγκάζει να φύγουμε απ' αυτή με την ελπίδα ή την αυτοκτονία; Να σε τι πρέπει ν' απαντήσουμε, τι πρέπει να γνωστοποιήσουμε και να εξηγήσουμε παραμερίζοντας όλα τ' άλλα. Το παράλογο οδηγεί στο θάνατο; Σ' αυτό το πρόβλημα πρέπει να δώσουμε το προβάδισμα, τοποθετώντας το μακριά από κάθε μέθοδο σκέψης και πνευματικούς ακροβατισμούς. Σ' αυτή την αναζήτηση, οι διαφορές, οι αντιφάσεις και η ψυχολογία, που ένα "αντικειμενικό" πνεύμα ξέρει πάντα να παρεμβάλλει σε όλα τα προβλήματα, δεν έχουν καμιά θέση. Εδώ, το μόνο που χρειάζεται, είναι μια σκέψη που δεν αιτιολογεί, δηλαδή μια σκέψη λογική. Αυτό δεν είν' εύκολο. Το να σκέφτεσαι λογικά, είναι πάντα απλό. Μα είναι σχεδόν αδύνατο να σκέφτεσαι λογικά ως το τέλος. Οι άνθρωποι που πεθαίνουν με τα ίδια τους τα χέρια ακολουθούν, έτσι, τη συναισθηματική τους πλευρά ως το τέλος. Η σκέψη της αυτοκτονίας μου δίνει λοιπόν την ευκαιρία να θέσω το μοναδικό πρόβλημα που μ' ενδιαφέρει: υπάρχει λογική που φτάνει ως το θάνατο; Δεν μπορώ να το μάθω παρά διανύοντας ανεπηρέαστα αυτό το μοναδικό φως της αλήθειας με τη βοήθεια ενός συλλογισμού που τον ονομάζω παράλογο συλλογισμό. Πολλοί άρχισαν να τον κάνουν. Δεν ξέρω αν εξακολουθούν.

Όταν ο Καρλ Γιάσπερς, ανακαλύπτοντας το ανέφικτο της ενιαίας συγκρότησης του κόσμου, αναφωνεί: "Αυτός ο περιορισμός με οδηγεί στον εαυτό μου απ' όπου δεν υποχωρώ ούτε ένα βήμα, στην αντικειμενική άποψη που παρουσιάζω, με οδηγεί εκεί όπου ούτε εγώ ούτε η ύπαρξη του άλλου μπορεί να γίνει αντικείμενο για μένα", επικαλείται, ύστερα από πολλούς άλλους, αυτούς τους έρημους και άνυδρους τόπους όπου η σκέψη φτάνει σ' αδιέξοδο. Ύστερα από πολλούς άλλους, πραγματικά, αλλά πόσο βιαστικούς να βγουν από κει. Στην τελευταία αυτή καμπή που η σκέψη ταλαντεύεται φτάσαν πολλοί κι ανάμεσά τους οι πιο σεμνοί. Αυτοί που παραιτήθηκαν τότε από το πολυτιμότερο αγαθό, τη ζωή τους. Άλλοι, πνευματικές προσωπικότητες, επίσης παραιτήθηκαν, κατέληξαν όμως στην αυτοκτονία της σκέψης τους που αποτελούσε τη γνησιότερη επανάστασή τους. Η πραγματική προσπάθεια είναι να επιμένεις στο αντίθετο όσο μπορείς και να εξετάζεις από κοντά την άμορφη βλάστηση αυτών των μακρινών τόπων, όσο είναι δυνατό. Τα προσόντα που πρέπει να έχει κανείς για να παρατηρήσει αυτό το απάνθρωπο παιχνίδι, όπου το παράλογο, η ελπίδα κι ο θάνατος ανταλλάσσουν επιχειρήματα, είναι η επιμονή κι η διορατικότητα. Το πνεύμα μονάχα μ' αυτά μπορεί ν' αναλύσει - προτού περιγράψει κι αναστήσει - τα πρόσωπα που παίρνουν μέρος σ' αυτό το βασικό κι ανάερο χορό.

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κορνήλιος Καστοριάδης    Τρι 8 Σεπ 2015 - 18:13

Ignazio Silone
Η διάσπαση των ψυχών

Από το "Τέχνη, Επιστήμη και Ελευθερία", έκδοση του 'Συνεδρίου δια την πνευματική ελευθερία', Αθήνα, 1955.

Είχα αφήσει παράνομα την Ιταλία στα 1928 και έκανα αμέσως το χρέος μου: να κάνω γνωστά στην κοινή γνώμη των ελευθέρων χωρών τα τελευταία ματωμένα κακουργήματα του φασισμού. Μερικοί από τούς πιο αγαπητούς φίλους και συντρόφους μου στην παράνομη οργάνωση είχαν φυλακιστεί, βασανιστεί και άλλοι είχαν θανατωθεί. Την εποχή εκείνη οι καταγγελίες των αντιφασιστών γίνονταν δεκτές από τούς ξένους με πολλή συμπόνια γενικά, άλλα επίσης και αρκετά συχνά σαν παραμύθια ξωτικά, σαν ιστορίες νέγρων.

Πραγματικά, ήταν τότε διαδομένη η γνώμη, ότι έξω από μερικές καθυστερημένες χώρες, παρόμοιες φρικαλεότητες δε θα ήταν ποτέ δυνατές. Αργότερα, σε μια ορισμένη στιγμή, και κάθε φορά κάτω από διαφορετικές περιπτώσεις, ολόκληρη η Ευρώπη γνώρισε το καθεστώς της βίας και της περιφρόνησης. Η τελευταία αυτή εμπειρία δυνάμωσε σε όλους μας τη συνείδηση ότι η ύπαρξη καθεστώτων που βασίζονται στην τρομοκρατία αποτελεί μια άμεση και μόνιμη απειλή για όλες τις ελεύθερες χώρες. Και η πείρα μας δίδαξε και μιαν άλλη ουσιαστική αλήθεια: δεν πρόκειται πια για μιαν απειλή που ενδιαφέρει μονάχα τούς πολιτικούς, άλλα όλους χωρίς εξαίρεση τούς ανθρώπους, ακόμη και εκείνους που βρίσκονται όσο γίνεται μακρύτερα από τα ομαδικά γεγονότα, δηλαδή τους καλλιτέχνες, τούς ανθρώπους της επιστήμης, τούς ποιητές.

Το βέβαιο είναι ότι η αρχή όπου βασίζεται κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς, όποιο χρώμα κι' αν έχει, μαύρο, κόκκινο, κίτρινο, τρίχρωμο, είναι το πρωτείο του κράτους, μοναδικής πηγής όλων των άξιων, πάνω σ' όλες τις ανθρώπινες ενέργειες, ακόμη και στις πιο προσωπικές και στις πιο ιδιαίτερες• είναι το κράτος που όχι μόνο ασχολείται με την ασφάλεια και την ευζωία των πολιτών, αλλά και τούς επιβάλλει και ένα φιλοσοφικό δόγμα, μια ηθική, μια αισθητική.

Είναι δυνατό να υπάρχει μορφωμένος άνθρωπος, που να μείνει ουδέτερος και αδιάφορος μπροστά σε μια τέτοιαν αξίωση; Ακόμη και εκείνοι από τους δικούς μας, όσοι βρισκόμαστε πάρα πολύ μακριά από τον ελεφάντινο πύργο, όσοι δε λιποτακτήσαμε ποτέ σε καμιά περίπτωση από το πολιτικό μας καθήκον, δεν ισχυρισθήκαμε ποτέ ότι θα λύναμε μ' αυτό τον τρόπο όλα τα ζητήματα του ανθρώπου. Γνωρίζομε ποιά είναι τα όρια της πολιτικής. Υπάρχουν ανησυχίες της ανθρώπινης καρδίας που ξεπερνούν πάρα πολύ τη σφαίρα της πολιτικής και του κράτους. Ωστόσο το πρόβλημα της ελευθερίας σήμερα όπως και πάντοτε είναι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ατόμου και της κοινωνίας εναντίον των αυθαιρέτων σφετεριστών του κράτους. Το άλλο πρόβλημα της ελευθερίας είναι να μη συνδεθεί η υπεράσπιση των πνευματικών αξιών με την υπεράσπιση των κοινωνικών σχημάτων.

Κάθε τι, που στην εποχή μας και στις χώρες μας -ακόμη και αν δε λογαριάσουμε τους εξωτερικούς κινδύνους- αυξάνει τώρα τον ολοκληρωτικό κίνδυνο, έχει πολλές φορές ως τώρα ειπωθεί και αναλυθεί. Σε μια κοινωνία άρρωστη, ανάμεσα σε κείνους που δεν τρέφουν ελπίδες για τη θεραπεία της, είναι πολύ φυσικό να ξεπροβάλλουν φωνές, που επικαλούνται τη χειρουργική επέμβαση. Μπροστά στο πλήθος των πραγματικών προβλημάτων που περιμένουν τη λύση τους, αλλά δε λύνονται, από τον εγωισμό των μεν ή από την αδυναμία των άλλων, είναι πολύ φυσικό να βρίσκουν μερικοί την επιτυχία, γιατί διακηρύττουν ότι μπορούν να λύσουν τα προβλήματα αυτά με τη βία. σε μια κουλτούρα που έχει διαβρωθεί από την αμφιβολία, έρχεται πάντοτε μια στιγμή, όπου τα πιο αδύνατα πνεύματα επικαλούνται κάποιο μαντείο.

Ανάμεσα σ' ένα πλήθος τσακισμένο και γεμάτο αγωνία από την αναζήτηση στέγης και κάποιας τροφής, παρουσιάζονται νέοι που επαναστατούν, γιατί δεν δέχονται τις ταπεινώσεις μιας ζωής χωρίς μεγαλείο και διαλαλούν τη λατρεία της ηρωικής ζωής και την ανάγκη πράξεων βίας και θυσίας. Η θυσία για τη θυσία. Η μυρωδιά λιβανιού μπροστά στον άδειο βωμό. Αλλά ο ταπεινωτικός αυτός υποβιβασμός της ατομικής και κοινωνικής ζωής σε όφελος του κράτους, δεν οδηγεί ούτε στην ευζωία, ούτε στην αλήθεια, ούτε σε μια ανώτερη μορφή ανθρώπινης ζωής.

Μπορεί άλλοτε να κατηγορήσαμε πολλούς διανοουμένους για μια καταπληκτική έλλειψη φαντασίας. Τώρα ήρθε η στιγμή που έχουμε το δικαίωμα να τούς πούμε: «αν έχετε ακόμη αυτιά, έχετε καθήκον να ακούσετε».

Όσοι έχουν ακόμη αμφιβολίες ας ακούσουν εκείνους που κατόρθωσαν να σωθούν από τα σοβιετικά στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Είναι κατήγοροι και είναι μάρτυρες. Αυτή η ανήκουστη και τερατώδης πραγματικότητα, ένας πληθυσμός από δώδεκα έως δεκαπέντε εκατομμύρια ανθρώπινα όντα, αναγκασμένα να ζούνε κάτω από συνθήκες που και τα άγρια θηρία δε θα μπορούσαν να τις υποφέρουν, ξεπερνά κάθε τι που όλες οι τυραννίες όλων των εποχών είχαν επιτρέψει στον εαυτό τους. Αυτά τα δώδεκα ως δεκαπέντε εκατομμύρια των σκλάβων εργατών δεν έχουν καμιά δυνατότητα να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, δεν τούς αναγνωρίζεται κανένα από τα στοιχειώδη δικαιώματα του ανθρώπου.

Η τύχη του ανθρώπου αυτού εκεί κάτω, θυμίζει τη θλιβερή εικόνα του προφήτη Ησαΐα για το θύμα το προορισμένο να εξαγόραση όλα τα αμαρτήματα μας: ό,τι μέσα του είναι ανθρώπινο θα περιφρονηθεί και θα ποδοπατηθεί. Είναι ο αμνός που χύνει το αίμα του κάτω απ' το μαχαίρι του δημίου απ' την αρχή των αιώνων και που τους αναστεναγμούς του δεν τους ακούει κανένας.

Τις τελευταίες αυτές μέρες έγινε μια άλλη δίκη που θα ντρεπόμουνα αν δεν την ανέφερα: Η δίκη των καθολικών κληρικών στην Πράγα. Και τι μακριά αλυσίδα από εφιάλτες είναι οι δίκες αυτές όπου οι κατηγορούμενοι αυτοκατηγορούνται, όπου παλιοί κομμουνιστές που ποτέ δεν δείλιασαν μπροστά στα βασανιστήρια, σωριάζονται χάμω, ξεσκίζονται, λένε ολοφάνερα ψέματα μόνο και μόνο για να ικετεύσουν μια καταδίκη! Στις δίκες αυτές οι ιεράρχες ταπεινώνονται, ξαναζούν το παρελθόν τους και λένε ψέματα, ψέματα σε βάρος του εαυτού τους, για να υποστηρίξουν την ένοχη τους. Αυτή είναι η αληθινή πραγματικότητα της εποχής μας που θα χρησιμεύει για να τη χαρακτηρίσει εις το εσαεί. Λένε ότι η εποχή μας θα χαρακτηριστεί ίσως σαν η εποχή που ανακαλύφθηκε η διάσπαση του ατόμου• πρέπει να προσθέσουμε ότι θα είναι επίσης η εποχή της διάσπασης της ψυχής. Δεν ξέρω ποια από τις δύο αυτές εφευρέσεις είναι η πιο φρικαλέα. Όπως κι αν είναι, και οι δύο απειλούν αυτή την ίδια τη ζωή του ανθρώπινου γένους. Ξέρουμε ότι η φιλελεύθερη κίνηση της σύγχρονης εποχής άρχισε με τη διεκδίκηση του habeas corpus. Λοιπόν, να που στον εικοστό αιώνα, τη στιγμή που σκοπεύαμε να λύσουμε το πρόβλημα της ανθρώπινης ευζωίας, βρισκόμαστε απωθημένοι προς τα πίσω, στις γραμμές της αμύνης μας. Τη στιγμή αυτή το σύνθημα για τη νέα αντίσταση εναντίον των ολοκληρωτικών θα έπρεπε να είναι: «habeas ammam», δηλαδή το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να έχει την ψυχή του.

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κορνήλιος Καστοριάδης    Τρι 8 Σεπ 2015 - 18:14

Carl Jung
Η δεινή κατάσταση του ατόμου στη σύγχρονη κοινωνία

Από το "Ο Ανεξερεύνητος Εαυτός", εκδόσεις Ιάμβλιχος, 1988.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον; Η ερώτηση αυτή απασχόλησε τον άνθρωπο από τα πανάρχαια χρόνια, αν και όχι πάντα στον ίδιο βαθμό. Με βάση τα ιστορικά δεδομένα ο άνθρωπος στρέφεται με άγχος στο μέλλον κατά τη διάρκεια φυσικών, πολιτικών, οικονομικών και πνευματικών αδιεξόδων, ιδίως όταν πολλαπλασιάζονται οι προσδοκίες, οι ουτοπίες και τα αποκαλυπτικά οράματα. Μπορεί να θυμηθεί κανείς τις προσδοκίες των χιλιαστών την εποχή του Αυγούστου, ή τις πνευματικές αλλαγές της Δύσης προς το τέλος της πρώτης χιλιετίας. Σήμερα, που σιμώνει το τέλος της δεύτερης χιλιετίας ξαναζούμε μια εποχή γεμάτη αποκαλυπτικές εικόνες μιας συμπαντικής καταστροφής. Ποια είναι η σημασία εκείνου του διχασμού που διαιρεί την ανθρωπότητα σε δύο μέρη; Ποια θα είναι η πορεία του πολιτισμού μας και του ίδιου του ανθρώπου, αν αρχίσουν να εξαπολύονται οι υδρογονοβόμβες, ή αν σκεπάσει την Ευρώπη το πνευματικό και ηθικό σκοτάδι του εθνικού απολυταρχισμού.

Έχουμε κάθε λόγο να ανησυχούμε. Σε όλη τη Δύση υπάρχουν ανατρεπτικές μειονότητες που, εκμεταλλευόμενες τον ανθρωπισμό και την αίσθηση της δικαιοσύνης μας, προετοιμάζουν εμπρηστικούς δαυλούς. Τίποτε δεν μπορεί να σταματήσει την εξάπλωση των ιδεών τους, εκτός από την κριτική σκέψη ενός απλού, διαυγούς και νοητικά σταθερού πληθυσμιακού στρώματος. Δεν πρέπει όμως να υπερεκτιμήσουμε την πυκνότητα αυτού του στρώματος. Διαφέρει από χώρα σε χώρα ανάλογα με την εθνική ιδιοσυγκρασία. Εξαρτάται επίσης από τη λαϊκή παιδεία της κάθε χώρας και υπόκειται στις αρνητικές επιδράσεις πολιτικοοικονομικών παραγόντων. Κρίνοντας από τα δημοψηφίσματα, θα μπορούσε κανείς με αισιόδοξους υπολογισμούς να υποθέσει σαν ανώτατο όριο το 40% του εκλογικού σώματος. Ακόμη και μια περισσότερο απαισιόδοξη άποψη δε θα ήταν αδικαιολόγητη, επειδή το χάρισμα της λογικής και κριτικής σκέψης είναι ικανότητα πέρα από τις δυνατότητες του μέσου ανθρώπου. Όπου υπάρχει, αποδείχνεται τόσο μεταβαλλόμενη και ασταθής, όσο περισσότερες είναι και οι πολιτικές ομάδες. Όπου επικρατεί η μάζα, η διεισδυτική σκέψη νεκρώνεται. Αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε δογματική και δεσποτική τυραννία, αν υποκύψει ποτέ η πολιτεία σε κάποια κατάσταση αδυναμίας.

Τα λογικά επιχειρήματα συνοδεύονται από κάποια επιτυχία όσο η συναισθηματικότητα μιας δεδομένης κατάστασης δεν υπερβαίνει το κρίσιμο σημείο. Αν η συγκινησιακή «θερμοκρασία» ξεπεράσει αυτό το επίπεδο, η πιθανότητα της αποτελεσματικότητας της λογικής ελαττώνεται και τη θέση της παίρνει η προπαγάνδα και οι χιμαιρικές ονειροφαντασίες. Αυτό σημαίνει πως εκλύεται ένα είδος συλλογικής καταληψίας που εξελίσσεται ραγδαία σε ψυχική επιδημία. Σε μια τέτοια κατάσταση αναδύονται στην επιφάνεια όλα τα αντικοινωνικά στοιχεία. Τέτοια άτομα δεν είναι καθόλου σπάνια φαινόμενα που απαντώνται μόνο σε φυλακές και φρενοκομεία. Για κάθε εκδηλωμένη περίπτωση φρενοβλάβειας, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, υπάρχουν δέκα τουλάχιστον λανθάνουσες περιπτώσεις οι οποίες αν και σπάνια φτάνουν στο σημείο να εκδηλωθούν παρ' όλη την επιφανειακή τους φυσικότητα επηρεάζονται από ασυνείδητες παθολογίες και διεστραμμένους παράγοντες. Είναι ευνόητο βέβαια πως δεν υπάρχουν ιατρικές στατιστικές για τη συχνότητα των ψυχώσεων. Όμως, ακόμη και αν ο αριθμός τους ήταν μικρότερος από το δεκαπλάσιο των περιστατικών και της εκδηλωμένης εγκληματικότητας, η σχετικά μικρή ποσοστιαία αναλογία του πληθυσμού που αντιπροσωπεύουν υπερσκελίζεται με το παραπάνω λόγω της επικίνδυνης υφής αυτών των ανθρώπων. Σε μια κατάσταση «συλλογικής καταληψίας» είναι οι ενδεδειγμένοι χαρακτήρες και συνεπώς μέσα της αισθάνονται οικεία. Από προσωπική τους πείρα γνωρίζουν καλά τη γλώσσα αυτών των συνθηκών και ξέρουν πώς να τις χειριστούν. Οι χιμαιρικές ιδέες τους ενισχυμένες με τη φανατική μνησικακία αγγίζουν το συλλογικό παραλογισμό. Εκεί υπάρχει πρόσφορο έδαφος για να εκφράσουν όλα αυτά τα κίνητρα και τις έχθρες που Βρίσκουν απήχηση και στους πλέον φυσιολογικούς ανθρώπους κάτω από το ένδυμα της λογικής και της διορατικότητας. Για αυτό το λόγο, παρ' όλη την ολιγαριθμία τους σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό, θεωρούνται επικίνδυνες πηγές μόλυνσης, επειδή ο λεγόμενος φυσιολογικός άνθρωπος γνωρίζει πολύ λίγο τον εαυτό του.

Οι περισσότεροι συγχέουν την «αυτογνωσία», με τη γνώση της συνειδητής προσωπικότητας. Όποιος έχει συνείδηση του εγώ, θεωρεί δεδομένο ότι γνωρίζει τον εαυτό του. Το εγώ όμως, γνωρίζει μόνο τα δικά του στοιχεία και όχι το ασυνείδητο και τα περιεχόμενα του. Οι άνθρωποι υπολογίζουν την αυτογνωσία τους με βάση το τι γνωρίζει για τον εαυτό του το μέσο άτομο του κοινωνικού τους περιβάλλοντος και όχι με μέτρο τα πραγματικά ψυχικά συμβάντα που στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι κρυμμένα. Κάτω από αυτό το πρίσμα η ψυχή συμπεριφέρεται όπως το σώμα με τη φυσιολογική και ανατομική δομή του, για την οποία όμως ο μέσος άνθρωπος γνωρίζει ελάχιστα. Μολονότι ζει μέσα στο σώμα, το μεγαλύτερο μέρος του είναι ακατανόητο για τον αμύητο και χρειάζεται ειδική επιστημονική μόρφωση για να εξοικειωθεί η συνείδηση του με όσα είναι γνωστά για αυτό, για να μη μιλήσουμε για όσα δεν είναι γνωστά.

Αυτό που ονομάζεται «αυτογνωσία» είναι μια πολύ περιορισμένη γνώση που στο μεγαλύτερο μέρος της εξαρτάται από κοινωνικούς παράγοντες των όσων συμβαίνουν στην ανθρώπινη ψυχή. Έτσι, πιστεύουμε πως τίποτε δε συμβαίνει «σε μας», «την οικογένεια μας», ή τους φίλους και τους γνωστούς μας, ενώ από την άλλη προβάλλουμε ανάλογες φανταστικές θεωρίες σχετικά με την υποτιθέμενη ύπαρξη εκείνων των ιδιοτήτων που έχουν σαν κύριο σκοπό τη συγκάλυψη των πραγματικών συμβάντων.

Στην πλατιά ζώνη του ασυνείδητου, το οποίο είναι απρόσβλητο από το συνειδητό έλεγχο και την κριτική, είμαστε ακάλυπτοι και ανοιχτοί σε κάθε είδους επιρροές και ψυχικές μολύνσεις. Όπως συμβαίνει με κάθε κίνδυνο, μπορούμε να προφυλαχτούμε από την απειλή της ψυχικής μόλυνσης μόνο όταν γνωρίζουμε τι και πώς μας επιτίθεται, πότε και πού θα γίνει η επίθεση. Επειδή η αυτογνωσία είναι μια πορεία γνώσης των ατομικών γεγονότων, οι θεωρίες βοηθάνε ελάχιστα σε αυτή την περίπτωση. Όσο περισσότερη πίστη εκφράζει μια θεωρία στην παγκόσμια κατάσταση, τόσο μειώνεται η ικανότητα της να κρίνει τα ατομικά γεγονότα. Κάθε θεωρία βασισμένη στην εμπειρία είναι απαραίτητα στατιστική. Δηλαδή, διαμορφώνει ένα ιδανικό μέσο όρο που καταργεί όλες τις εξαιρέσεις και τις αντικαθιστά με κάποια αφηρημένη έννοια. Αυτή η έννοια είναι αρκετά έγκυρη, αν και δεν είναι απαραίτητο να ισχύει στην πραγματικότητα. Εντούτοις, φαίνεται θεωρητικά σαν απρόσβλητο θεμελιώδες αξίωμα. Οι εξαιρέσεις σε κάθε άκρο, αν και είναι πραγματικές, δε συμπεριλαμβάνονται στο τελικό αποτέλεσμα γιατί αλληλοαπορρίπτονται.


Η στατιστική μέθοδος παρουσιάζει τα γεγονότα στο φως ενός ιδανικού μέσου όρου, αλλά δε μας δίνει μια εικόνα για την εμπειρική τους πραγματικότητα. Αν αντανακλά μια αδιαφιλονίκητη όψη της πραγματικότητας, μπορεί να διαστρεβλώσει επικίνδυνα την ισχύουσα αλήθεια και αυτό αληθεύει ιδιαίτερα για θεωρίες που βασίζονται σε στατιστικές. Πάντως το σημείο διάκρισης των πραγματικών γεγονότων είναι η ατομικότητα τους. Χωρίς να το τονίζω ιδιαίτερα, μπορεί να πει κανείς πως η πραγματική εικόνα συνίσταται από εξαιρέσεις στον κανόνα, πράγμα που σημαίνει πως η πραγματικότητα έχει σαν κύρια νότα της την έλλειψη κανονικότητας. Αυτούς τους συλλογισμούς πρέπει να κάνουμε όποτε γίνεται λόγος για κάποια θεωρία που οδηγεί στην αυτογνωσία. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει αυτογνωσία βασισμένη σε θεωρητικές παραδοχές, γιατί αντικείμενο της είναι κάποιο άτομο μια σχετική εξαίρεση και ένα ακανόνιστο φαινόμενο. Ο χαρακτηρισμός που ταιριάζει λοιπόν στο άτομο δεν είναι ούτε «παγκόσμιο», ούτε «κανονικό», αλλά μοναδικό. Δεν πρέπει να υπολογίζεται σαν μία επαναλαμβανόμενη ενότητα, αλλά σαν κάτι μοναδικό και ενιαίο που σε τελική ανάλυση δεν μπορεί ούτε να γίνει γνωστό ούτε να συγκριθεί με κάτι άλλο. Παράλληλα ο άνθρωπος ανήκει σε κάποιο είδος και γι' αυτό πρέπει να περιγράφεται και να μελετάται σαν στατιστική ή συγκριτική μονάδα, διαφορετικά δεν μπορούμε να πούμε τίποτε γενικό για αυτόν. Έτσι καταλήγουμε σε μια ανθρωπολογία ή ψυχολογία με μια αφηρημένη εικόνα του ανθρώπου σαν μέση μονάδα από την οποία αφαιρούνται όλα τα ατομικά γνωρίσματα. Αλλά ακριβώς αυτά τα γνωρίσματα έχουν υπέρτατη σημασία για την κατανόηση του ανθρώπου. Αν θέλουμε να γνωρίσουμε ένα ιδιαίτερο ανθρώπινο πλάσμα, πρέπει να παραμερίσουμε κάθε επιστημονική γνώση που συνδέεται με το μέσο άνθρωπο και να ξεχάσουμε κάθε θεωρία προκειμένου να υιοθετήσουμε μια εντελώς νέα και απροκατάληπτη στάση. Μπορούμε να κατανοήσουμε τον άνθρωπο μόνο με ένα καθαρό και ανοιχτό νου, αλλά για να τον γνωρίσουμε ή να διεισδύσουμε στο χαρακτήρα του χρειαζόμαστε κάθε είδους γενικότερη γνώση για το ανθρώπινο γένος.

Είτε επιθυμούμε να κατανοήσουμε κάποιο συνάνθρωπο, είτε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, χρειάζεται να αφήσουμε κατά μέρος κάθε θεωρητική υπόθεση. Επειδή η επιστημονική γνώση δε χαίρει απλά παγκόσμιας εκτίμησης, αλλά υπολογίζεται από το σύγχρονο άνθρωπο σαν μοναδική διανοητική και πνευματική αυθεντία, για να κατανοήσουμε το άτομο είμαστε υποχρεωμένοι πολλές φορές να την αγνοήσουμε. Η θυσία αυτή δεν είναι τόσο εύκολη, γιατί η επιστημονική στάση δεν μπορεί να παραμερίσει τόσο ξέγνοιαστα την υπευθυνότητα της. Και αν ο ψυχολόγος συμβαίνει να είναι ένας γιατρός που δε θέλει μόνο να ταξινομήσει τον ασθενή του επιστημονικά, αλλά και να τον κατανοήσει σαν ανθρώπινο πλάσμα, απειλείται με μια σύγκρουση καθηκόντων ανάμεσα στις δύο διαμετρικά αντίθετες και αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις, της γνώσης και της κατανόησης. Η σύγκρουση αυτή δεν μπορεί να ξεπεραστεί από κάποιο «είτε... είτε...», αλλά μόνο από ένα είδος αμφίδρομης σκέψης όπου ο γιατρός δρα σε μια κατεύθυνση ενώ έχει υπόψη του και κάποια άλλη.

Με βάση το γεγονός ότι πολλές φορές η γνώση επενεργεί αρνητικά στην κατανόηση, οι κρίσεις που διατυπώνονται με αυτόν τον τρόπο μοιάζουν με παραδοξολογίες. Κρίνοντας επιστημονικά, το άτομο δεν είναι παρά μια μονάδα που επαναλαμβάνεται διαρκώς και θα μπορούσε κάλλιστα να προσδιοριστεί με κάποιο γράμμα της αλφάβητου. Από την άποψη της κατανόησης, είναι το μοναδικό πλάσμα που όταν απογυμνωθεί από κάθε επιστημονική συμμόρφωση και κανονικότητα αποτελεί το υπέρτατο μοναδικό και πραγματικό αντικείμενο της έρευνας. Ο γιατρός θα πρέπει, πάνω από όλα, να έχει συνείδηση αυτής της αντίθεσης. Από τη μία είναι εξοπλισμένος με τις στατιστικές αλήθειες της επιστημονικής του εξάσκησης και από την άλλη έρχεται αντιμέτωπος με το καθήκον της θεραπείας ενός ασθενή που, ιδιαίτερα στην περίπτωση της ψυχοπάθειας, απαιτεί ατομική κατανόηση. Όσο τυπικότερη είναι η θεραπεία, τόσο περισσότερες αντιδράσεις προκαλεί στον ασθενή και τόσο περισσότερο περιπλέκεται η ίαση. Ο ψυχοθεραπευτής νιώθει υποχρεωμένος να λάβει υπόψη του την ατομικότητα του ασθενή σαν ένα ουσιαστικό τμήμα της όλης εικόνας του και να κατανείμει ανάλογα τις μεθόδους του. Σε όλο το πεδίο της ιατρικής έχει αναγνωριστεί σήμερα το γεγονός πως καθήκον του γιατρού είναι να θεραπεύσει τον ασθενή και όχι κάποια αφηρημένη ασθένεια.

Η ιδιαίτερη περίπτωση της ιατρικής είναι ένα μόνο παράδειγμα του γενικότερου προβλήματος της μόρφωσης και της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Η επιστημονική μόρφωση βασίζεται σε αφηρημένη γνώση και σε στατιστικές αλήθειες και για αυτό παρέχει μια αναληθή και ορθολογιστική εικόνα του κόσμου, στον οποίο το άτομο, όντας περιθωριακό φαινόμενο, δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο. Και όμως, το άτομο αποτελεί ένα στοιχείο που δεν υπόκειται σε κανόνες• είναι ο αληθινός και αυθεντικός φορέας της πραγματικότητας, ο συγκεκριμένος άνθρωπος, σε αντίθεση με τον εξωπραγματικό ιδεώδη και κανονικό άνθρωπο στον οποίο αναφέρονται οι επιστημονικές θεωρίες. Το βασικότερο όμως είναι ότι οι περισσότερες φυσικές επιστήμες προσπαθούν να παρουσιάσουν τα αποτελέσματα των ερευνών τους χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τον άνθρωπο και έτσι η συνεργασία της ψυχής, που είναι αναπόσπαστος παράγοντας, παραμένει αόρατη. Εδώ αποτελεί εξαίρεση η σύγχρονη φυσική που παραδέχεται ότι το παρατηρούμενο δεν είναι ανεξάρτητο από τον παρατηρητή. Κάτω από αυτή τη σκοπιά, η επιστήμη μεταφέρει μια εικόνα του κόσμου, στην οποία φαίνεται να μην έχει θέση η πραγματική ανθρώπινη ψυχή σε πλήρη αντίθεση με τους «ανθρωπιστές».

Κάτω από την επίδραση των επιστημονικών θεωριών, όχι μόνο η ψυχή, αλλά και ο άνθρωπος το άτομο και ασφαλώς όλα τα συμβάντα που το αφορούν έχουν υποστεί μια υποβάθμιση και μια διαδικασία διαστρέβλωσης που αποσύνθεσε την εικόνα της πραγματικότητας και τη μετέτρεψε σε αναλογίες του μέσου όρου. Δε θα έπρεπε να υποτιμήσουμε το ψυχολογικό αποτέλεσμα της στατιστικής εικόνας του κόσμου: παραμερίζει το άτομο για χάρη ανώνυμων μονάδων που ολοκληρώνονται σε μαζικούς σχηματισμούς. Αντί για συγκεκριμένα άτομα, η επιστήμη μας εφοδιάζει με ονόματα οργανισμών και στο ανώτατο σημείο με την αφηρημένη ιδέα του Κράτους σαν κανόνα της πολιτικής πραγματικότητας. Συνεπώς η ηθική ευθύνη του ατόμου αντικαθίσταται αναπόφευκτα από τη λογική του Κράτους (raison d' etat). Στη θέση της ηθικής και νοητικής διαφοροποίησης του ατόμου έχουμε την κοινωνική συναλλαγή και την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου. Ο σκοπός και το νόημα της ιδιωτικής ζωής (που είναι και η μόνη πραγματική ζωή) δεν έγκειται πλέον στην ατομική ανάπτυξη, αλλά στην πολιτική του Κράτους που επιβάλλεται στο άτομο από εξωγενείς παράγοντες και συνίσταται στην εκπλήρωση μιας αφηρημένης ιδέας, με υπέρτατο σκοπό την προσέλκυση όλης της ζωής γύρω της. Βαθμιαία το άτομο στερείται από την ηθική απόφαση για το πώς θα ζήσει τη ζωή του συμπεριφέρεται, τρέφεται, ντύνεται και μορφώνεται σαν κοινωνική μονάδα προσαρμόζεται στις κατάλληλες στεγαστικές μονάδες ή διασκεδάζει σύμφωνα με τα πρότυπα που ευχαριστούν και ικανοποιούν τις μάζες. Οι εξουσιαστές με τη σειρά τους είναι και οι ίδιοι κοινωνικές μονάδες που ξεχωρίζουν μόνο από το γεγονός ότι αποτελούν ειδικευμένα φερέφωνα του πολιτειακού δόγματος. Δεν είναι ανάγκη να είναι πρόσωπα ικανά να κρίνουν, αλλά είναι τόσο εξειδικευμένα που καθίστανται εντελώς άχρηστα πέρα από την αρμοδιότητα τους. Η κρατική πολιτική θα αποφασίσει τι πρέπει να διδαχτεί ή να μελετηθεί.

Το επιφανειακά παντοδύναμο δόγμα του Κράτους κατευθύνεται με τη σειρά του, στο όνομα της κυβερνητικής πολιτικής, από αυτούς που κατέχουν τις υψηλές θέσεις στην κυβέρνηση, όπου βρίσκεται συγκεντρωμένη όλη η δύναμη. Οποιοσδήποτε κατακτήσει, είτε με εκλογές είτε δικτατορικά, κάποια από αυτές τις θέσεις, δεν είναι πλέον υποτελής στην εξουσία, γιατί αυτός ο ίδιος αποτελεί την πολιτική του Κράτους και μέσα στα όριά της μπορεί να εργάζεται για τη δική του διάκριση. Σαν το Λουδοβίκο XIV μπορεί να πει «L' etat c' est moi.» Έτσι, γίνεται το μοναδικό, ή ένα από τα λίγα άτομα που μπορούν να κάνουν χρήση της ατομικότητας τους αν γνωρίζουν πώς να διαφοροποιηθούν από το δόγμα της πολιτείας. Πάντως μοιάζουν περισσότερο με σκλάβους της ίδιας τους της φαντασίας. Αυτός ο μονοπλευρισμός αντισταθμίζεται ψυχολογικά από ασυνείδητες και αντίθετες ροπές. Η σκλαβιά και η επαναστατικότητα συσχετίζονται αδιάσπαστα. Συνεπώς, ολόκληρος ο οργανισμός διαπερνάται από την κορυφή ως τα νύχια από ανταγωνισμό και δυσπιστία. Πέρα από αυτό, για να αντισταθμίσει το χάος, η μάζα παράγει πάντα έναν «Ηγέτη» που σχεδόν τελεσίδικα γίνεται το θύμα της ίδιας του της διογκωμένης εγωιστικής συνείδησης, όπως μας δείχνουν τα περισσότερα ιστορικά παραδείγματα.

Λογικά, αυτή η εξέλιξη θεωρείται αναπόφευκτη από τη στιγμή που το άτομο ενώνεται με τις μάζες και καθίσταται πλέον άχρηστο. Πέρα από τις εξάρσεις των τεράστιων ανθρώπινων μαζών, στις οποίες έτσι και αλλιώς εξαφανίζεται το άτομο, ένας από τους κύριους παράγοντες που ευθύνεται για την ψυχολογική νοοτροπία της μάζας είναι ο επιστημονικός ορθολογισμός που κλέβει από το άτομο τις βάσεις και την αξιοπρέπεια του. Σαν κοινωνική μονάδα έχασε την ατομικότητα του ή έγινε κάποιο νούμερο στη γραφειοκρατία των στατιστικών. Μπορεί να παίζει μόνο το ρόλο μιας ασήμαντης συναλλακτικής μονάδας. Αν το δούμε λογικά και από απόσταση, αυτή η άποψη μας εμποδίζει να μιλήσουμε για την αξία και το νόημα του ατόμου. Ασφαλώς, δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πως έφτασε κάποιος κάποτε να προικίσει την ατομική ανθρώπινη ζωή με τόση αξιοπρέπεια, τη στιγμή που η αλήθεια για το αντίθετο είναι τόσο χειροπιαστή όσο και η σάρκα του χεριού μας.

Αν δούμε το θέμα από αυτή την οπτική γωνία, το άτομο έχει πραγματικά μηδαμινή αξία και οποιοσδήποτε προσπαθήσει να απορρίψει κάτι τέτοιο θα καταλάβει σύντομα ότι του λείπουν τα επιχειρήματα. Το ότι το άτομο αισθάνεται πως το ίδιο ή τα μέλη της οικογένειας του ή οι ευυπόληπτοι φίλοι του είναι σημαντικοί, υπογραμμίζει την ελαφρά κωμική υποκειμενικότητα των συναισθημάτων του. Γιατί τι είναι οι λίγοι σε σύγκριση με δέκα ή εκατό χιλιάδες, για να μην πούμε ένα εκατομμύριο; Αυτό μου θυμίζει το επιχείρημα ενός βαθυστόχαστου φίλου με τον οποίο βρέθηκα κάποτε σε μια μεγάλη συγκέντρωση ανθρώπων. Ξαφνικά φώναξε, «Εδώ βρίσκεται η πιο κραυγαλέα αιτία για να μην πιστεύεις στην αθανασία: όλοι αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να είναι αθάνατοι!».

Όσο μεγαλύτερο είναι το πλήθος τόσο πιο ατίθασο γίνεται το άτομο. Όταν όμως το άτομο κυριευτεί από την αίσθηση της ίδιας του της ασημαντότητας και ανικανότητας και αισθανθεί πως η ζωή του έχασε το νόημα της μια ζωή που δεν ταυτίζεται με τη δημόσια συναλλαγή, ούτε με τα υψηλά βιοτικά επίπεδα βρίσκεται στο δρόμο να σκλαβωθεί από το Κράτος και χωρίς να το γνωρίζει ή να το θέλει γίνεται ο προσηλυτιστής του. Ο επιδερμικός άνθρωπος που δειλιάζει μπροστά στις παραταγμένες στρατιωτικές δυνάμεις, δεν έχει τη δύναμη να πολεμήσει τις αποδείξεις των αισθήσεων και της λογικής του. Όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Στέκουμε όλοι μαγεμένοι και τρομαγμένοι από τις στατιστικές αλήθειες και τα μακροσκελή νούμερα, ενώ βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από τη μηδαμινότητα και ματαιότητα της προσωπικότητας του ατόμου, μια και δεν αντιπροσωπεύεται ούτε προσωποποιείται από κανένα μαζικό οργανισμό. Αντίθετα αυτές οι προσωπικότητες που βαδίζουν αγέρωχα στην παγκόσμια σκηνή και οι φωνές τους ακούγονται πολύ μακρύτερα στο παθητικό κοινό, φαίνεται πως αντιπροσωπεύουν κάποια μαζική κίνηση. Για αυτό είτε αποθεώνονται είτε προκαλούν απέχθεια. Επειδή εδώ τον κυρίαρχο ρόλο τον έχει η μάζα, αμφισβητείται κατά πόσο το μήνυμα που φέρουν είναι προσωπικό και κατά πόσο λειτουργούν σαν εκφραστές της κοινής γνώμης.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες λίγο μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η ατομική κρίση γίνεται όλο και πιο αβέβαιη και το ότι η ευθύνη μαζικοποιείται όλο και περισσότερο, δηλαδή μετατοπίζεται από το άτομο και προσάπτεται σε κάποιο συλλογικό φορέα. Με αυτόν τον τρόπο το άτομο μεταβάλλεται όλο και περισσότερο σε λειτουργία της κοινωνίας, που με τη σειρά της σφετερίζεται τη λειτουργία του πραγματικού φορέα της ζωής, αφού στην πραγματικότητα η κοινωνία δεν είναι παρά μια αφηρημένη ιδέα, όπως και το Κράτος. Και τα δύο έχουν λάθει υπόσταση, πράγμα που σημαίνει πως έχουν αυτονομηθεί. Ιδιαίτερα το Κράτος, έγινε μια απόλυτα ζωντανή προσωπικότητα από την οποία περιμένουμε τα πάντα. Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα προσωπείο για τα άτομα που ξέρουν να το χειρίζονται καλά. Έτσι, η συνταγματική πολιτεία εξελίσσεται σε μια κατάσταση πρωτογενούς μορφής κοινωνίας, όπου ο καθένας υπόκειται στον αυτοκρατικό κανόνα ενός αρχηγού ή μιας ολιγαρχίας.


Αντιμετωπίζοντας αυτή την ανάπτυξη στον εικοστό αιώνα της χριστιανικής μας εποχής, ο δυτικός κόσμος είναι εφοδιασμένος με την κληρονομιά του ρωμαϊκού νόμου, τους μεταφυσικούς θησαυρούς της ιουδαιοχριστιανικής ηθικής και το ιδεώδες των αναλλοίωτων και αναπόσπαστων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Με αγωνία ο κόσμος μας αναρωτιέται: πώς μπορεί αυτή η πορεία να σταματήσει ή να στραφεί σε άλλη κατεύθυνση; Δεν έχει νόημα να διασύρουμε τα σοσιαλιστικά κράτη σαν ουτοπικά και να κατηγορούμε τις οικονομικές αρχές τους σαν παράλογες. Και η Δύση που εξασκεί την κριτική, μιλάει μόνο στον εαυτό της, τα επιχειρήματα της ακούγονται μόνο από τη δική της πλευρά και τα οποιαδήποτε αρεστά οικονομικά αξιώματα λειτουργούν μόνο μέχρι του σημείου που είμαστε προετοιμασμένοι να αποδεχτούμε τις θυσίες που συνεπάγονται. Μπορείς να συντελέσεις οποιονδήποτε κοινωνικοοικονομικό ανασχηματισμό θέλεις, αν αφήσεις τρία εκατομμύρια αγρότες να πεθάνουν από την πείνα και έχεις στη διάθεση σου τρία εκατομμύρια άμισθους εργάτες. Ένα τέτοιου είδους κράτος σίγουρα δεν έχει το φόβο καμιάς κοινωνικής ή οικονομικής κρίσης. Όσο καιρό παραμένει η δύναμη του άθικτη που σημαίνει όσο καιρό εξασκείται η ενεργή αστυνομική δύναμη και διατρέφεται καλά μπορεί να αυτοσυντηρηθεί για μια μεγάλη περίοδο και μπορεί να μεγαλώσει υπέρογκα τη δύναμη του. Σε συνάρτηση με ένα μεγάλο δείκτη γεννητικότητας, μπορεί να αυξάνει συνεχώς τον αριθμό των άμισθων υπαλλήλων προκειμένου να προηγηθεί από τους ανταγωνιστές του, χωρίς να νοιάζεται για την παγκόσμια αγορά που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα ημερομίσθια. Ο πραγματικός κίνδυνος μπορεί να προέλθει μόνο από έξω, από την απειλή μιας στρατιωτικής επίθεσης. Αυτός όμως ο κίνδυνος κάθε χρόνο ελαττώνεται, γιατί το πολεμικό δυναμικό των δικτατορικών κρατών αυξάνεται διαρκώς.

Μέχρι εκεί που μπορεί να δει κανείς, υπάρχει μόνο μία δυνατότητα. Η εκ των έσω αποσυγκρότηση της δύναμης, που χρειάζεται όμως να ακολουθήσει τη δική της εσωτερική ανάπτυξη. Οποιαδήποτε εξωτερική υποστήριξη προς το παρόν θα βοηθούσε ελάχιστα, εξαιτίας των υπαρχόντων μέτρων ασφαλείας και του κινδύνου εθνικιστικών αντιδράσεων. Η απολυταρχία διαθέτει ακόμη μια στρατιά φανατικών ιεραποστόλων που εκτελούν τις διαταγές της όσον αφορά την εξωτερική πολιτική. Αυτοί με τη σειρά τους μπορούν να υπολογίζουν σε μια πέμπτη φάλαγγα, που αποτελεί εξασφαλισμένο άσυλο προστατευόμενο από τους νόμους και τη διάρθρωση των δυτικών κρατών. Επιπλέον, εκείνοι που κατέχουν καίριες θέσεις έχουν εξασθενίσει σημαντικά την αποφασιστικότητα των δημοκρατικών κυβερνήσεων και δεν τους επιτρέπουν να αποκτήσουν τέτοια επιρροή στους ανταγωνιστές τους. Πάντα υπάρχουν δίκαιοι και εραστές της αλήθειας που μισούν το ψέμα και την τυραννία, αλλά κανείς δεν μπορεί να κρίνει αν εξασκούν αποφασιστική επίδραση στις μάζες εξαιτίας της αστυνόμευσης. Μπροστά σε αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση, στις δημοκρατικές χώρες επαναλαμβάνεται και πάλι το ερώτημα: πώς μπορεί να ενεργήσει κανείς για να αντιμετωπίσει τη δικτατορική απειλή; Αν και η υπάρχουσα βιομηχανική δύναμη είναι αξιόλογη και το αμυντικό δυναμικό σημαντικό, δεν μπορεί να επαναπαύεται κανείς γιατί γνωρίζει πως ακόμη και τα μεγαλύτερα όπλα, ακόμη και η βαρύτερη βιομηχανία με τα σχετικά υψηλά βιοτικά της επίπεδα, δεν επαρκούν για να ελέγξουν την ψυχική μόλυνση που εξαπλώνεται με θρησκευτικό φανατισμό.

Δυστυχώς, οι άνθρωποι δεν έχουν συνειδητοποιήσει ακόμη το γεγονός πως η προσφυγή στον ιδεαλισμό, τη λογική και τις άλλες αξιόλογες αρετές που μεταδόθηκαν με τόσο ενθουσιασμό, είναι μάλλον πομπώδης. Είναι ένα φτερό στον άνεμο που παρασύρεται μακριά στην καταιγίδα της θρησκευτικής πίστης, όσο διεφθαρμένη και αν μας φαίνεται αυτή η πίστη. Δεν αντιμετωπίζουμε μια περίπτωση που ξεπερνιέται με λογικά ή ηθικά επιχειρήματα, αλλά την παραλυσία των συναισθηματικών δυνάμεων και ιδεών που αναγεννούνται από το πνεύμα των καιρών. Όπως γνωρίζουμε, αυτή η παραλυσία δεν επηρεάζεται ιδιαίτερα από τη νοητική αντίδραση και τις ηθικές προτροπές. Σε πολλά μέρη του κόσμου οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν πως το αντίδοτο σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να είναι ένα ισόποσο δυναμικό πίστης διαφορετικής υφής, έτσι ώστε η θρησκευτική στάση που θα βασιστεί πάνω του να είναι η μόνη αποτελεσματική άμυνα ενάντια στον κίνδυνο της ψυχικής μόλυνσης. Δυστυχώς αυτό το «να είναι» που εμφανίζεται πάντοτε σε τέτοιους συνειρμούς δείχνει κάποια αδυναμία, αν όχι πλήρη απουσία της επιθυμίας για πραγμάτωση. Γενικά παρουσιάζεται έλλειψη μιας ομοιόμορφης θρησκείας που θα ήταν σε θέση να εμποδίσει τη διάδοση κάποιας φανατικής θεωρίας. Μολονότι οι δυτικές εκκλησίες έχουν πλήρη ελευθερία, δεν είναι πιο γεμάτες ή άδειες από τις ανατολικές. Παρ' όλα αυτά δεν εξασκούν αξιόλογη επίδραση στην πολιτική πορεία. Το μειονέκτημα του θρησκεύματος είναι ότι υπηρετεί δυο αφέντες. Από τη μια ανάγει την ύπαρξη του στο Θεό και από την άλλη οφείλει ένα καθήκον στο Κράτος, δηλαδή στον κόσμο. Σε αυτή την περίπτωση ταιριάζει το ρητό «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι...» και άλλες παραινέσεις της Καινής Διαθήκης. Για αυτό στα πρώτα χρόνια και μέχρι πρόσφατα μιλούσαν για «εξουσίας ούσας υπό του Θεού τεταγμένας» (Ρωμαίων, 13:1). Η θεωρία αυτή έχει σήμερα παλιώσει. Οι εκκλησίες εκπροσωπούν τις παραδοσιακές και συλλογικές πεποιθήσεις, οι οποίες στην περίπτωση πολλών πιστών δε βασίζονται πλέον στις δικές τους εσωτερικές εμπειρίες, αλλά σε μια αλόγιστη πίστη, η οποία εξαφανίζεται μόλις αρχίσει κανείς να την επεξεργάζεται νοητικά. Τότε το περιεχόμενο της πίστης έρχεται σε σύγκρουση με τη γνώση και αποδείχνεται συχνά πως η απουσία της λογικής της πίστης δε συμβιβάζεται με τους συνειρμούς της νοητικής επεξεργασίας. Η πίστη δεν είναι το κατάλληλο υποκατάστατο της εσωτερικής εμπειρίας. Όπου απουσιάζει η εμπειρία, ακόμη και στην περίπτωση μιας ισχυρής πίστης που εμφανίζεται σαν δώρο της θείας χάρης, η πίστη αποχωρεί γοργά. Οι άνθρωποι ονομάζουν πίστη την πραγματική θρησκευτική εμπειρία, χωρίς να παύουν να πιστεύουν πως στην πραγματικότητα είναι κάποιο δευτερεύον φαινόμενο που προέρχεται από το γεγονός πως κάτι συνέβη αρχικά που μας ενστάλαξε πίστη, δηλαδή εμπιστοσύνη και εντιμότητα. Η εμπειρία αυτή περιέχει ένα καθοριστικό στοιχείο που ερμηνεύεται με όρους θρησκευτικών δογμάτων. Όμως, όσο περισσότερο ισχύει αυτό, τόσο περισσότερο αυξάνονται οι πιθανότητες της σύγκρουσης με τη γνώση. Κάτι τέτοιο σημαίνει πως οι απόψεις των θρησκευμάτων είναι απαρχαιωμένες και βρίθουν από εντυπωσιακούς μυθολογικούς συμβολισμούς που, αν ερμηνευτούν κατά λέξη, παρουσιάζουν έντονες αντιφάσεις με τη γνώση. Αν όμως αντιληφθεί κανείς πως πρέπει να κατανοήσει την ανάσταση του Χριστού συμβολικά, τότε μπορεί να δεχτεί διάφορες ερμηνείες που δε συμπλέκονται με τη γνώση, ούτε αλλοιώνουν την έννοια της διαπίστωσης. Η αντίρρηση πως η κατανόηση βάζει ένα συμβολικό τέλος στη χριστιανική ελπίδα της μεταθανάτιας ζωής είναι ανάξια λόγου, γιατί πολύ πριν τον ερχομό της χριστιανοσύνης η ανθρωπότητα πίστευε στη μετά θάνατο ζωή, οπότε δεν είχε ανάγκη από την πασχαλινή αλληγορία για να εξασφαλίσει την αθανασία. Ο κίνδυνος της απόρριψης μιας μυθολογίας που κατανοείται σχεδόν κατά λέξη, έτσι όπως διδάσκεται από την Εκκλησία, είναι μεγαλύτερος παρά ποτέ. Δεν είναι καιρός πλέον να γίνει η χριστιανική μυθολογία συμβολικά κατανοητή παρά να εξολοθρεύεται;

Είναι πολύ νωρίς ακόμη να μαντέψουμε τις πιθανές συνέπειες μιας γενικής αναγνώρισης του μοιραίου παραλληλισμού ανάμεσα στην κρατική θρησκεία της πολιτικής και την κρατική θρησκεία της Εκκλησίας. Η απόλυτη διεκδίκηση μιας civitas dei (θεϊκής πολιτείας) που θα εκπροσωπείται από τον άνθρωπο, παρουσιάζει μια ατυχή ομοιότητα με τη «θεότητα» Κράτος και με το ηθικό συμπέρασμα που οδήγησε τον Ιγνάτιο Λογιόλα στην αυθεντία της Εκκλησίας, «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», που προβλέπει το ψέμα σαν πολιτικό όργανο με υπερβολικά επικίνδυνο τρόπο. Και τα δύο απαιτούν αλόγιστη υποταγή στην πίστη, περιορίζουν την ελευθερία του ανθρώπου ενώπιον του Θεού και του Κράτους, σκάβοντας έτσι ουσιαστικά το λάκκο του ατόμου. Η ευαίσθητη ατομική ύπαρξη, ο μοναδικός φορέας της ζωής, απειλείται και από τις δύο πλευρές, παρά τις αντίστοιχες υποσχέσεις για κάποια υλικοπνευματικά ειδύλλια. Άλλωστε πόσοι από μας μπορούν τελικά να αντισταθούν στη σοφία της παροιμίας «κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι»; Επιπλέον η Δύση μοιράζεται με την Ανατολή την ίδια «επιστημονική» και ορθολογιστική κοσμοθεωρία με τις στατιστικές, ισοπεδωτικές τάσεις και τους υλιστικούς της στόχους.

Συνεπώς τι μπορεί να προσφέρει στις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου η Δύση με τα πολιτικά και θρησκευτικά της σχίσματα; Δυστυχώς τίποτε πέρα από μια ποικιλία δρόμων που οδηγούν όλες σε ένα αδιέξοδο που δεν ξεχωρίζει πρακτικά από το μαρξιστικό ιδεώδες. Δε χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να καταλάβουμε από πού αντλεί η κομμουνιστική ιδεολογία τη βεβαιότητα πως ο χρόνος είναι με το μέρος της και πως ο κόσμος είναι πια ώριμος για τη μεταστροφή. Τα γεγονότα μιλάνε ξεκάθαρα αν δεχτούμε αυτή την άποψη. Δε μας βοηθάει να κλείνουμε τα μάτια και να μην αναγνωρίζουμε τη μοιραία ευπάθεια του δυτικού κόσμου. Οποιοσδήποτε μαθαίνει να υποτάσσεται σε κάποια συλλογική πίστη και να παραιτείται από το αιώνιο δικαίωμα του για ελευθερία και το καθήκον της ατομικής υπευθυνότητας, θα επιμείνει σε αυτή τη στάση και θα καταφέρει να ξεκινήσει με την ίδια ευπιστία και προς την αντίθετη κατεύθυνση, αν εμφυτευθεί στον προβαλλόμενο ιδεαλισμό του κάποια επιφανειακά «καλύτερη» πίστη. Τι συνέβη πρόσφατα σε ένα πολιτισμένο ευρωπαϊκό κράτος; Κατηγορούμε τους Γερμανούς πως έχουν ή: δη ξεχάσει το παρελθόν, μα η αλήθεια είναι πως δε γνωρίζουμε αν θα ξανασυμβεί το ίδιο και κάπου αλλού. Δε θα μας προκαλούσε έκπληξη αν συνέβαινε κάτι τέτοιο και ένα πολιτισμένο κράτος υπέκυπτε στη μόλυνση μιας παγιωμένης και μονόπλευρης ιδέας. Η Αμερική, η οποία ο quae mutatio rerum ήταν η πραγματική πολιτική σπονδυλική στήλη της Ευρώπης έδειχνε φαινομενικά απρόσβλητη εξαιτίας της ειλικρινούς αντιθετικής στάσης που είχε υιοθετήσει. Στην πραγματικότητα όμως, είναι ακόμη πιο ευπαθής από την Ευρώπη, επειδή το εκπαιδευτικό της σύστημα είναι πολύ περισσότερο επηρεασμένο από τον επιστημονικό ορθολογισμό και τις στατιστικές του αλήθειες και ο ανάμικτος πληθυσμός της βρίσκει ίσως δυσκολίες να ριζώσει σε ένα έδαφος που πρακτικά δεν έχει ιστορία. Αντίθετα, ο ιστορικός και ανθρωπιστικός τύπος εκπαίδευσης που αποτελεί σοβαρή ανάγκη σε τέτοιες περιπτώσεις, μόλις που διακρίνεται. Μολονότι η Ευρώπη πληρεί αυτή την τελευταία προϋπόθεση, τη χρησιμοποιεί για δικό της όφελος, με τη μορφή εθνικιστικού εγωισμού και παραλυτικού σκεπτικισμού. Ο υλιστικός και συλλογικός σκοπός είναι κοινός και στους δύο, καθώς και η έλλειψη της συγκεκριμένης αρχής που θα τοποθετήσει το ανθρώπινο πλάσμα στο κέντρο, σαν μέτρο σύγκρισης όλων των πραγμάτων.

Αυτή η ιδέα αρκεί για να αφυπνίσει έντονες αμφιβολίες και αντιδράσεις από κάθε πλευρά. Θα μπορούσε να επεκταθεί κανείς τόσο που να διαβεβαιώσει πως η ασημαντότητα του ατόμου σε σύγκριση με τους μεγάλους αριθμούς είναι μια πίστη που απαντάται παγκόσμια. Για να είμαστε σίγουροι, λέμε πως αυτός είναι ο αιώνας του κοινού ανθρώπου που είναι αφέντης της γης, του αέρα και του νερού και από τις αποφάσεις του κρέμεται το ιστορικό πεπρωμένο των εθνών. Αυτή η εικόνα της ανθρώπινης μεγαλοπρέπειας, δυστυχώς, είναι μόνο όνειρο που αντισταθμίζεται από μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα. Σε αυτή την πραγματικότητα, ο άνθρωπος είναι σκλάβος και θύμα των μηχανών που για χάρη του κατάκτησαν το διάστημα και το χρόνο. Εκφοβίζεται και κινδυνεύει από την ισχύ της πολεμικής τεχνικής που υποτίθεται πως διασφαλίζει τη φυσική του ύπαρξη. Η ηθική και πνευματική του ελευθερία, μολονότι στο μισό κόσμο αποτελεί συνειδητή επιδίωξη, απειλείται με χαώδεις αποπροσανατολισμούς, ενώ στο άλλο μισό καταργείται παντελώς. Τέλος, για να διακωμωδήσουμε λίγο όλη την τραγωδία, αυτός ο άρχοντας των στοιχείων, αυτός ο συμπαντικός κριτής, κρέμεται από θεωρίες που κηλιδώνουν την αξιοπρέπεια του και μετατρέπουν την αυτονομία του σε παραλογισμό. Όλες οι επιτεύξεις και τα αποκτήματα δεν τον μεγαλύνουν καθόλου αντίθετα τον μειώνουν, όπως απέδειξε πολύ καθαρά το πεπρωμένο του εργάτη του εργοστασίου με τον κανόνα της «δίκαιης» κατανομής των αγαθών.

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κορνήλιος Καστοριάδης    Τρι 8 Σεπ 2015 - 18:16


  • [τ.78] Theodor W. Adorno: Φιλοσοφία της σύγχρονης μουσικής
  • [τ.81] Gabriel Marcel: Ο χρόνος μου και εγώ
  • [τ.82] Rainer Maria Rilke: Ελεγείες του Duino / Η έβδομη ελεγεία
  • [τ.82] Noam Chomsky: Η σχέση γλώσσας και κόσμου
  • [τ.89] Γιώργος Η. Σαραντόγλου: H «τρέλλα» στo αρχαίο δράμα και η φαινομενολογική ψυχιατρική
  • [τ.89] Φώτης Καγγελάρης: Το Είναι και το Βλέμμα στην ψύχωση
  • [τ.80] Robert S. Lopez: Τι πραγματικά συνέβη στην Αναγέννηση;
  • [τ.88] Denis de Rougemont: Kierkegaard και Άμλετ
  • [τ.95] Kurt von Fritz: O «νους» του Αναξαγόρα
  • [τ.103] James Nellson: Στo Λαβύρινθο τoυ Μπόρχες
  • [τ.103] Ronald Hayman: Ο ανέστιος Κάφκα
  • [τ.103] Martin Esslin: O Μπέρτολτ Μπρεχτ στην εξορία
  • [τ.108] Γιώργος Γαλάβαρης: H Εικόνα Σημάδι της Γέννησης του Θεού στις «Προσευχές» του Ρίλκε
  • [τ.79] Søren Kierkegaard: Από τα ημερολόγια
  • [τ.74] Max Weber: H σχέση ανάμεσα στην Πολιτική και την Ηθική
  • [τ.107] Christian Audejean: Πικάσσο, Απουσία και παρουσία
  • [τ.105] Jean-Marie Domenac: Ο Μαρξ του Αλτουσέρ
  • [τ.110] Roger Scruton: Ο Μπέκετ διδάσκαλος της συμπόνιας
  • [τ.2] Karl Jaspers: Προϋποθέσεις για μια φιλοσοφική κατανόηση του Nietzsche
  • [τ.1] Karl Jaspers: Ο δρόμος προς το Είναι
  • [τ.2] Παναγιώτης Κανελλόπουλος: Ένας αναγκαίος επίλογος
  • [τ.1] Παναγιώτης Κανελλόπουλος: Ντεκάρτ και Γιασπερς
  • [τ.4] Παν. Δρακόπουλος: Ιστορίες του Ξοσιπίλλι
  • [τ.1] Παν. Δρακόπουλος: Άλλοσε, άλλοτε
  • [τ.11-12] Κ. Καστοριάδης: Εισαγωγή στη θεωρία των κοινωνικών επιστημών
  • [τ.11-14] Daniel Bell: Συνομιλία με την Ζηνοβία Δρακοπούλου
  • [τ.11-12] Αλληλογραφία Freud - Jung
  • [τ.3/94] Laura Bohannan: Ο Άμλετ στη Ζούγκλα
  • [τ.4/93] T.S.Eliot: Οι ευθύνες του λογοτέχνη
  • [τ.103] Umberto Eco: Πώς έγραψα «Το όνομα του Ρόδου»
  • [τ.54] Olof Gigon: Η επάρκεια των αρχαίων και η ανεπάρκεια των φιλολόγων
  • [τ.45] Olof Gigon: H απαρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας
  • [τ.35] Noam Chomsky: H επαναστατική σκέψη σήμερα
  • [τ.43] Φώτης Καλλίας: Η έννοια του ασυνειδήτου και το πρόβλημα της ψύχωσης
  • [τ.4/93] Garry Wills: Όλιβερ, ή η πείνα των αισθημάτων
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
 
Κορνήλιος Καστοριάδης
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΜπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Rokavlon.com No2 :: φόρουμ ανοικτό :: Γηράσκω αεί διδασκόμενος. :: Αρχαία - σύγχρονη Ελλάδα-
Δημοσίευση νέας Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.ΕνότηταΜετάβαση σε: