Rokavlon.com No2

Αθλητικό & Χρηματιστηριακό καφενείο - www.xbet.actionboard.net - www.xbet.forumotion.com
 
ΦόρουμΦόρουμ  PortalPortal  Σύνδεση  ΕγγραφήΕγγραφή  Όροι Εγγραφής Όροι Εγγραφής  Συχνές ΕρωτήσειςΣυχνές Ερωτήσεις  ΑναζήτησηΑναζήτηση  Βουλή TV LiveΒουλή TV Live  xbet-YouTubexbet-YouTube  ΚαιρόςΚαιρός  Στοίχημα Στοίχημα  calculatorcalculator  

Δημοσίευση νέας Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.ΕνότηταΜοιραστείτε | 
 

 Έξοδος της Ελλάδος από την οικονομική κρίση;

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Έξοδος της Ελλάδος από την οικονομική κρίση;    Τρι 30 Νοε 2010 - 16:01

Έξοδος της Ελλάδος από την οικονομική κρίση;

Μεταξύ του Αυγούστου του 2007 και του Δεκεμβρίου του 2009 ολόκληρος ο κόσμος αντιμετώπισε μια εκτεταμένη οικονομική κρίση που είχε τα χαρακτηριστικά ενός «τσουνάμι». Η κρίση άρχισε στις ΗΠΑ με την κάθετη πτώση των αξιών των κατοικιών και των γραφείων, που στη συνέχεια οδήγησε στον κλυδωνισμό του Τραπεζικού και Χρηματοπιστωτικού Συστήματος των ΗΠΑ. Αμέσως μετά την πτώχευση της Τράπεζας "Lehman Bros.” η κρίση επεκτάθηκε αστραπιαία στην Ευρώπη παίρνοντας σεισμικές διαστάσεις.

Τόσο τον Οκτώβριο του 2008 όσο και τον Ιανουάριο του 2009 οι διεθνείς αγορές κατέρρευσαν και η ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος εξαφανίστηκε ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού ωκεανού. Αποτέλεσμα της εκρηκτικής κατάστασης ήταν η κρατικοποίηση δύο τραπεζών στην Αγγλία, μίας στο Βέλγιο, δύο στη Γερμανία. Στις ΗΠΑ ένας αριθμός μεγάλων τραπεζών υποχρεώθηκαν να αγοραστούν από άλλες τράπεζες για να αποφευχθεί η πτώχευσή τους (Merrill Lynch, Wachovia κ.ά.).

Ευτυχώς η έγκαιρη παρέμβαση των Κεντρικών Τραπεζών των ΗΠΑ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ιαπωνίας με μια μαζική παροχή ρευστότητας στα τραπεζικά συστήματα των χωρών αυτών που ξεπέρασε το ένα τρισεκατομμύριο δολλάρια – ευρώ και παράλληλα με τη συμμετοχή των κυβερνήσεων στα κεφάλαια των τραπεζών αποφεύχθηκε μια παγκόσμια οικονομική καταστροφή που συγκρινόμενη με την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930 θα εθεωρείτο οικογενειακό επεισόδιο.

Η χρηματοπιστωτική κρίση οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια στη μεγάλη και εκτεταμένη Διεθνή οικονομική κρίση της πραγματικής οικονομίας. Οι οικονομίες όλων των χωρών εκτός της Κίνας, μπήκαν σε μια τροχιά αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης για μια περίπου διετία, η ανεργία εκτοξεύθηκε σε επίπεδα που ο κόσμος δεν είχε αντιμετωπίσει από τη δεκαετία του 1930. Στις ΗΠΑ ξεπέρασε το 10%, στη Γερμανία το 9% και στην Ισπανία ξεπέρασε το 20%.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση έπληξε, όπως αναμενόταν, και την Ελλάδα. Οι επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης επί της Ελληνικής Οικονομίας ήταν καταλυτικές και σε συνδυασμό με τις εγγενείς δεινοπάθειες της Ελληνικής Οικονομίας, δηλαδή το μεγάλο Δημόσιο χρέος και το τεράστιο και συνεχιζόμενο έλλειμμα του προϋπολογισμού, οδήγησαν τη χώρα στα πρόθυρα της πτώχευσης, όταν οι αγορές διέκοψαν πλήρως το δανεισμό προς την Ελλάδα, με αποτέλεσμα να αδυνατεί η χώρα να αναχρηματοδοτήσει το Δημόσιο χρέος.

Με τις δυσμενείς αυτές οικονομικές εξελίξεις της Ελληνικής Οικονομίας και την αδυναμία της χώρας να χρηματοδοτήσει τα τρέχοντα ελλείμματα και το Δημόσιο Χρέος, ο τίτλος που δώσαμε στη σημερινή μας παρουσίαση ίσως θεωρηθεί αισιόδοξος, έστω και με ερωτηματικό. Όμως πριν ξεκινήσουμε να αναλύουμε τις εξελίξεις της Ελληνικής Οικονομίας και να μπορέσουμε να προσδιορίσουμε τις προοπτικές της χώρας για τα επόμενα πέντε χρόνια, θα πρέπει πρώτα να διαπιστώσουμε πώς φθάσαμε ως εδώ.

Σαν bench-mark (σημείο αναφοράς) θα αρχίσω με το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς της Ελλάδας που εφαρμόστηκε μετά την μεταπολίτευση. Η οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε από όλες τις κυβερνήσεις μετά τη μεταπολίτευση ήταν στην πραγματικότητα η ίδια με μόνο μία διαφορά: Ήτοι τον βαθμό της διακυμάνσεως της εφαρμογής της ίδιας πολιτικής.

Ποιά ήταν η πολιτική αυτή; Βασικά στηριζόταν στη συνεχή τόνωση της ζήτησης δια της επέκτασης των οικονομικών και κοινωνικών παροχών από το Κράτος μέσω πολυάριθμων ή ακόμα και δεκάδων χιλιάδων προσλήψεων στο Δημόσιο Τομέα, αποτέλεσμα του οποίου ήταν η μείωση της παραγωγικότητας και η συνεχής αύξηση του πληθωρισμού. H θλιβερή αυτή επέκταση του Δημόσιου Τομέα επετεύχθη με τις αλλεπάλληλες κρατικοποιήσεις εταιρειών του ιδιωτικού τομέα και τη δημιουργία των λεγόμενων ΔΕΚΟ, δηλαδή τις λεγόμενες Δημόσιες Επιχειρήσεις Κοινής Οφέλειας. Τώρα γιατί μια επιχείρηση εξόρυξης νικελίου θεωρείται επιχείρηση κοινής οφέλειας μόνο οι υπεράριθμοι εργαζόμενοι που διορίστηκαν από την πολιτική ηγεσία της χώρας θα μπορούσαν να μας εξηγήσουν. Όταν μάλιστα οι αποδοχές των εργαζομένων στους οργανισμούς αυτούς έχουν προσδιοριστεί ως τα ρετιρέ της Δημόσιας διοίκησης, με μισθούς που κυμαίνονται από € 40.000 έως € 120.000 ετησίως. Και για να μην παρεξηγηθώ δίνοντας ένα μόνο παράδειγμα θα αναφερθώ περιοριστικά σε μερικούς ακόμα οργανισμούς κοινής οφέλειας όπως ο ΟΤΕ μέχρι πρόσφατα, η ΔΕΗ, ο ΟΛΠ, οι Τράπεζες Εθνική, Αγροτική, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και άλλες, οι εταιρείες μαζικής μεταφοράς των πολιτών και άλλοι των οποίων ουκ έστι αριθμός.

Ένα εξοργιστικό παράδειγμα ενός τέτοιου οργανισμού ονομάζεται «Οργανισμός Γεύσεως Τεϊου και Πεπέρεως». Έτος ιδρύσεως 1897 ο Οργανισμός αυτός είναι Δημοσίου Δικαίου και εισέπραττε 0,5% επί της αξίας εισαγωγής τσαγιού και πιπεριού στη χώρα. Ο οργανισμός αυτός είχε ένα Διοικητικό Συμβούλιο τριών ατόμων στο οποίο διαιωνιζόταν η οικογενειακή συμμετοχή. Και είναι σήμερα 6.800 οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου με Διοικητικά Συμβούλια 7-11 μελών που διορίζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση για να διατηρείται έτσι η πελατειακή σχέση μεταξύ Διοικούντων και Διοικούμενων.

Το δεύτερο σκέλος της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής διαχρονικά ήταν η συνεχής αύξηση των ονομαστικών μισθών και συντάξεων για μια 35ετία με ρυθμούς σημαντικά υψηλότερους από την αύξηση της παραγωγικότητας. Με αποτέλεσμα να καλπάζει ο πληθωρισμός και να κάνει την Ελληνική Οικονομία διαχρονικά λιγότερο και λιγότερο ανταγωνιστική. Θυμίζω ότι ο πληθωρισμός το 1980 έφτασε το 25% και συνεχίστηκε με αντίστοιχους ρυθμούς μέχρι το 1989. Τη δεκαετία του 1990 ο ρυθμός αυξήσεως των ονομαστικών αποδοχών μειώθηκε σημαντικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία που επιβλήθηκε την περίοδο 1990-1993 και τη σημαντική μείωση των ονομαστικών αυξήσεων που δέχθηκαν τα συνδικάτα την περίοδο 1994-1999. Η σταθεροποιητική αυτή πολιτική διευκόλυνε τη χώρα να ικανοποιήσει τα κριτήρια της Ευρωζώνης και να γίνει η δραχμή ευρώ. Όμως αμέσως μετά επανήλθε η χώρα σε ετήσιες, ονομαστικές αυξήσεις σημαντικά υψηλότερες από το μέσο όρο της Ευρωζώνης. Με αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα να αυξάνει με ρυθμό διπλάσιο του μέσου όρου της Ευρωζώνης.

Έτσι φτάσαμε να βρεθούμε το 2009 στην 117η θέση ανταγωνιστικότητας σε σύνολο 128 χωρών από την 30η θέση που βρισκόταν η Ελλάδα μερικά χρόνια πριν. Αποτέλεσμα, επειδή οι εισπράξεις από φόρους και δασμούς υπολείπονταν των δαπανών των εκάστοτε κυβερνήσεων, οι προϋπολογισμοί ήταν ελλειμματικοί. Και η διαφορά καλυπτόταν μέχρι το 2000 δια της εκτυπώσεως χρήματος, δια των πολλαπλών υποτιμήσεων της δραχμής και δια του εξωτερικού δανεισμού. Για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Οικονομίας όταν μαστιζόταν από τον πληθωρισμό και για να επέλθει μια ισορροπία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (το λεγόμενο balance of payments) η χώρα επανειλημμένα προχωρούσε σε πολλαπλές υποτιμήσεις του νομίσματος. Μάλιστα από το 1989 έως το 1999 ακολουθήθηκε και η πολιτική της μόνιμης υποτίμησης της δραχμής η λεγόμενη διολίσθηση κατά 4% - 5% ετησίως.

Έτσι η ισοτιμία της δραχμής έναντι του δολλαρίου έφτασε τις 300 δρχ. κατά δολλάριο ΗΠΑ το 1999 από 36 δρχ./δολλάριο ΗΠΑ το 1976. Δια της υποτιμήσεως επανερχόταν η ανταγωνιστικότητα της χώρας σε ικανοποιητικά επίπεδα, διευκολύνοντας τις πολιτικές ηγεσίες να ακολουθήσουν την ίδια επεκτατική πολιτική της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης, φυσικά με αντίστοιχη αύξηση του δανεισμού. Όμως οι Έλληνες πολίτες κατά το πλείστον δεν αντιλαμβάνονταν ότι τα εισοδήματά τους είχαν μειωθεί κατά το ποσοστό της υποτίμησης, δεδομένου ότι ο πληθωρισμός ξεπερνούσε σημαντικά την ονομαστική αύξηση των μισθών και των συντάξεων.

Μετά την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ τόσο το εκδοτικό προνόμιο εκτυπώσεως χρήματος όσο και η δυνατότητα υποτιμήσεως της δραχμής αφαιρέθηκαν σαν εργαλεία ασκήσεως Δημοσιονομικής και Νομισματικής Πολιτικής. Η επεκτατική όμως πολιτική των παροχών συνεχίστηκε μέχρι και το 2009 οδηγώντας έτσι τη χώρα αναπόφευκτα σε πτώχευση.

Χωρίς να θέλω να σας κουράσω θα ήθελα να σας παρουσιάσω μερικούς απόλυτους αριθμούς για να εμπεδώσετε τον τρόπο με τον οποίο φτάσαμε στο χείλος του γκρεμού το 2009. Μεταξύ 1981 και 2009 το ΑΕΠ έφτασε τα 238 δισ. ευρώ από 8,2 δισ, αύξηση 2900%. Στην ίδια περίοδο το Δημόσιο Χρέος αυξήθηκε κατά 12.400% και ανήλθε στα 273 δισ. ή 115% του ΑΕΠ από 2,2 δισ. ευρώ ή 27% του ΑΕΠ το 1981. Το δε ετήσιο έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης ξεπέρασε τα 36 δισ. ευρώ το 2009 ήτοι 15% του ΑΕΠ από 0,7 δισ. ευρώ ή 8,5% του ΑΕΠ το 1981.

Και οι μισθοί του Δημοσίου πώς εξελίχθηκαν; Κατά τον ίδιο τρόπο. Από μια συνολική δαπάνη της τάξης των 3,0 δισ. ευρώ το 1988 έφτασε τα 30 δισ. ευρώ το 2009. Δηλαδή 10 φορές επάνω σε 22 χρόνια.

Σημειώνω ότι μπορεί το Δημόσιο χρέος να μη μειώθηκε ποτέ τα περασμένα 35 χρόνια, ωστόσο τρία είναι τα κομβικά σημεία, κατά τα οποία επιταχύνθηκε από 20 έως 36 δισ. ευρώ μέσα σε ένα μόνο χρόνο.

Το πρώτο είναι το 1993 όταν έφτασε τα 69,2 δισ. ευρώ (98,3% του ΑΕΠ) από 49 δισ. ευρώ (78,3% του ΑΕΠ) που ήταν την προηγούμενη χρονιά. Τότε λογιστικοποιήθηκαν για πρώτη φορά οι εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου προς τις διάφορες ΔΕΚΟ που είχαν καταπέσει.

Το δεύτερο ήταν το 2000 οπότε το χρέος αναρριχήθηκε στα 141 δισ. ευρώ (103% του ΑΕΠ) από 118,6 δισ. ευρώ (94% του ΑΕΠ) που ήταν το 1999.

Η τρίτη φορά ήταν το 2009 όταν το χρέος έφτασε τα 273 δισ. ευρώ (115,1% του ΑΕΠ) από 237,3 δισ. ευρώ (99,2% του ΑΕΠ) το 2008.

Η ραγδαία επιδείνωση των παραπάνω βασικών μεγεθών οδήγησε την Ελλάδα σε μια διαπραγμάτευση το 2010 με τους εταίρους της Ευρωζώνης, την Κομισιόν, την Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο που δυστυχώς αναφέρεται ως η «Τρόικα που ήλθε να επιβάλλει τη θέλησή της στους αδύναμους και κατατρεγμένους κατοίκους μιας τριτοκοσμικής χώρας». Σημειώνω ότι η χώρα αυτή λέγεται Ελλάς και είναι μια από τις 25 πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Η «κακιά» αυτή Τρόικα όμως συμφώνησε να δώσει ένα μαμούθ δάνειο των 110 δισ. ευρώ με σχετικά χαμηλό επιτόκιο της τάξεως του 4,5% κατά μέσο όρο, για να αποφευχθεί η άμεση κατάρρευση της Ελληνικής Οικονομίας και η πτώχευση του Ελληνικού Κράτους για μια ακόμη φορά. Και αντί να αναλάβουμε την ευθύνη των πράξεών μας να εφαρμόσουμε τα ενδεδειγμένα περιοριστικά και διαρθρωτικά μέτρα αναγκαία για τη βελτίωση των Δημοσιονομικών και νομισματικών μεγεθών που θα επέτρεπαν στην Ελλάδα να αντλήσει πόρους από τις διεθνείς χρηματαγορές και να εξυπηρετήσει το Δημόσιο χρέος, δυστυχώς δαιμονοποιήσαμε την Κομισιόν, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ΔΝΤ. Έτσι ασκούμε κριτική γιατί η «Τρόικα» και οι αγορές έχουν επιβάλλει πλέον στην Ελλάδα το σκληρότερο πακέτο μέτρων που έχει εφαρμοστεί ποτέ σε χώρα της Ευρωζώνης. Παράλληλα, ασκούμε κριτική και δαιμονοποιούμε το Τραπεζικό σύστημα, παρότι οι Ελληνικές Τράπεζες αντιμετώπισαν την κρίση πιο αποτελεσματικά συγκριτικά με τις Τράπεζες της Ευρωζώνης και των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό επετεύχθη γιατί οι Ελληνικές Τράπεζες δεν είχαν αγοράσει τοξικά ομόλογα ή/και διαρθρωμένα επενδυτικά προγράμματα (structured products) που οδήγησαν στην παρά λίγο κατάρρευση του Διεθνούς Νομισματοπιστωτικού Συστήματος.

Και τώρα ας έλθουμε στην αξιολόγηση της υφιστάμενης οικονομικής κατάστασης. Το Μνημόνιο ήταν όρος επιβίωσης. Από τη στιγμή που η Ελλάδα έχασε τη δυνατότητα να δανείζεται στις διεθνείς χρηματαγορές, οι διαζευτικές λύσεις ήταν δύο. Η υπογραφή του Μνημονίου ή η στάση πληρωμών, δηλαδή η χρεοκοπία. Όλα τα υπόλοιπα που τυχόν προτείνονται είναι βάλσαμα – μαϊμού που θα έχουν το αποτέλεσμα ενός επώδυνου θανάτου του ασθενούς.

Τι θέλω να πω μ’ αυτό: Η αδυναμία της χώρας να πληρώσει τις υποχρεώσεις της έγκαιρα θα ισοδυναμούσε με πτώχευση που στη συνέχεια θα οδηγούσε στην κατάρρευση του τραπεζικού μας συστήματος. Δηλαδή στην πτώχευση των Ελληνικών Τραπεζών, πράγμα που θα σήμαινε τη σημαντικότατη κατάρρευση της αποταμίευσης του Ελληνικού λαού που σήμερα ξεπερνά τα 240 δισ. ευρώ και αντιστοιχεί περίπου στο 100% του ΑΕΠ. Η άλλη άμεση επίπτωση θα ήταν όχι η μείωση των μισθών και των συντάξεων όπως ήδη έχει γίνει, αλλά η πλήρης ανικανότητα του Δημοσίου να πληρώσει τους μισθούς και τις συντάξεις των υπαλλήλων του.

Η καταστροφική αυτή εξέλιξη θα οδηγούσε νομοτελειακά στην έξοδο της χώρας από την Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση, δηλαδή το Ευρώ και στην επιστροφή στη δραχμή. Και το Νομισματοκοπείο της Ελλάδας θα λειτουργούσε με ιδιαίτερα ταχείς ρυθμούς για την εκτύπωση χρήματος που αναπόφευκτα θα οδηγούσε στον υπερπληθωρισμό.

Οι παράπλευρες απώλειες αυτών των δυσμενών εξελίξεων θα ήταν κατά 50% υποτίμηση της δραχμής, η κάθετη πτώση του ΑΕΠ κατά τουλάχιστον 15%, η αύξηση της ανεργίας στο 25% - 30%, η αύξηση του πληθωρισμού στο 15%-20%, η αδυναμία της χώρας να βρει συνάλλαγμα για την πληρωμή των εισαγωγών, η εξαφάνιση προϊόντων και φαρμάκων από την αγορά και η αποδυνάμωση της αμυντικής ικανότητας της χώρας έναντι της όποιας εξωτερικής επιβουλής.

Έτσι το Μνημόνιο μας έδωσε μια περίοδο χάριτος ή να το πω διαφορετικά, μας έδωσε μια μοναδική ευκαιρία να παραμείνουμε στη Ζώνη του Ευρώ εφαρμόζοντας μια δημοσιονομική πειθαρχία που θα οδηγήσει στο μηδενισμό των ελλειμμάτων του Δημοσίου, στην αναδιάρθρωση της οικονομίας που συμπεριλαμβάνει την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, την ιδιωτικοποίηση όλων των ΔΕΚΟ και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής Οικονομίας. Εάν όντως πραγματοποιηθούν όλες αυτές οι αναγκαίες αλλαγές θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια οικονομική ανάπτυξη που δεν θα στηρίζεται πλέον σε «γυάλινα πόδια» και μάλιστα δανεικά. Σημειώνω, ότι σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, η εφαρμογή της προτεινόμενης αναδιάρθρωσης θα οδηγήσει σε μια αύξηση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης της τάξεως 1.5% ετησίως.

Έτσι η απρόσκοπτη εφαρμογή του Μνημονίου περιορίζει σημαντικά τα εισοδήματα όλων των Ελλήνων αλλά ιδιαίτερα των μισθωτών, των υπαλλήλων του Δημοσίου και των συνταξιούχων, διαμορφώνει ένα νέο οικονομικό περιβάλλον που οδηγεί στον περιορισμό των ελλειμμάτων, στη δημιουργία θετικού πλεονάσματος του προϋπολογισμού πριν την πληρωμή των τόκων, θέτοντας έτσι τις βάσεις για την προοδευτική ανάκαμψη των επενδύσεων, την ανάπτυξη της οικονομίας και τη μείωση της ανεργίας.

Αναμφίβολα, με την εφαρμογή του Μνημονίου, ο ελληνικός λαός έχει πονέσει και δυστυχώς το 2011 θα είναι ίσως δυσκολότερος χρόνος από το 2010. Δυστυχώς ο πόνος της προσαρμογής είναι ετεροβαρής. Η γενιά των παιδιών που είναι σήμερα μεταξύ 15 και 30 ετών θα επωμισθούν τα μεγαλύτερα βάρη προσαρμογής λόγω της μειωμένης προοπτικής ευρέσεως εργασίας. Τούτων δοθέντων, οι νέοι της Ελλάδας για μια ακόμη φορά θα ακολουθήσουν το δρόμο της μετανάστευσης με τις συνακόλουθες δυσμενείς επιπτώσεις τόσο στην δημογραφική πυραμίδα της χώρας όσο και στην αγορά εργασίας όταν επανέλθει η χώρα σε μια αναπτυξιακή τροχιά.

Παρά την πολύ σημαντική αλλαγή στην τροχιά της μακροοικονομικής πολιτικής της χώρας τους τελευταίους μήνες, η κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα δεν έχει ξεπεραστεί. Οι διεθνείς αγορές διατηρούν ακόμα σοβαρές επιφυλάξεις για την επιτυχή έκβαση των οικονομικών εξελίξεων. Όμως, ορισμένα σημεία του ορίζοντα εμφανίζονται θετικά. Ένα από αυτά είναι η αναστροφή των spreads των Ελληνικών ομολόγων. Για πρώτη φορά τραπεζικοί οργανισμοί προτείνουν αγορά και διακράτηση ελληνικών ομολόγων, με αποτέλεσμα τα spreads να μειωθούν κάτω από τις 700 μονάδες βάσης από 1.100 τον περασμένο Μάιο. Για την πρόσφατη προς τα πάνω αναστροφή των spreads θα επανέλθω πιο κάτω.

Παρά ταύτα οι αγορές συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η αναδιάρθρωση του Δημοσίου χρέους της Ελλάδας θα είναι μεσοπρόθεσμα αναπόφευκτη. Δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη. Η χώρα θα πονέσει αλλά δεν θα χρεοκοπήσει. Φρονώ, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ότι με την πιστή εφαρμογή του Μνημονίου προοδευτικά θα δημιουργηθούν πρωτογενή πλεονάσματα στον Κρατικό Προϋπολογισμό για την εξυπηρέτηση του χρέους δίνοντας ξανά τη δυνατότητα στην Ελλάδα να αντλήσει κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές για την αναχρηματοδότηση και εξυπηρέτηση του Δημόσιου χρέους. Σημειώνω, ότι μέχρις ότου οι αγορές εκφράσουν την εμπιστοσύνη τους προς την Ελληνική Οικονομία, μειώνοντας τα spreads κάτω των 300 μονάδων βάσης, δεν πρέπει να γίνεται συζήτηση για τυχόν επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των 110 δισ. ευρώ.

Μέχρι τότε, δηλαδή για τα επόμενα τρία χρόνια, η τροχιά της αναδιάταξης της Ελληνικής οικονομίας θα είναι και δύσκολη και επίπονη. Το 2011 θα είναι όπως ήδη αναφέρθηκε ένα πολύ δύσκολο έτος. Θα είναι όμως και η χρονιά που θα θέσει τα θεμέλια για την επανέναρξη της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας έτσι ώστε το 2012 να έχουμε ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης με θετικό πρόσημο της τάξεως του 2%-2,5%.

Κλείνοντας, θέλω να σημειώσω ότι το σταθεροποιητικό πρόγραμμα της Ελληνικής Οικονομίας που η χώρα έχει θεσπίσει είναι φιλόδοξο αλλά εφικτό. Αναμφίβολα, η εφαρμογή του θα πονέσει ακόμα περισσότερο όταν οι συνέπειες του Μνημονίου αγγίξουν περισσότερες κοινωνικές ομάδες.

Πιστεύω όμως ότι στο τέλος της τριετίας η χώρα θα έχει αποφύγει την πτώχευση και θα έχει επιτύχει την έξοδό της από την κρίση. Θα έχει επίσης θεμελιώσει μια νέα αναπτυξιακή προοπτική, φιλική προς τον επιχειρηματία και τον ντόπιο ή ξένο επενδυτή που θα οδηγήσει στη δημιουργία πλούτου, νέων θέσεων εργασίας και σημαντική μείωση της ανεργίας.

Σημειώνω ότι την αισιόδοξη άποψη της εξόδου της Ελλάδος από την κρίση άρχισαν να υποστηρίζουν και χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, όπως η Bank of America – Merrill Lynch, πέραν των θετικών δηλώσεων για την προοπτική της Ελληνικής Οικονομίας των αξιωματούχων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας κ. Τρισέ ή και ακόμα της κ. Μέρκελ της οποίας η καθυστέρηση της απόφασης να στηρίξει την πρόταση της Κομισιόν για την Ελλάδα το Μάρτιο του 2010 συντέλεσε στην εκτίναξη των spreads πάνω από 1.000 μονάδες βάσης το Μάιο του 2010.

Έτσι, στο ερώτημα που θέτει η Τράπεζα Bank of America – Merrill Lynch σε πρόσφατο Οικονομικό Δελτίο (6/10/10) εάν δηλαδή η Ελλάδα θα μπορέσει να δημιουργήσει θετικό πρωτογενές πλεόνασμα (δηλαδή πλεόνασμα ως % του ΑΕΠ προ της πληρωμής των τόκων) και να οδηγηθεί σε τροχιά ανάπτυξης, η απάντηση είναι ότι τα μέτρα που έχουν επιβληθεί θα είναι αποτελεσματικά και θα οδηγήσουν στην σταθεροποίηση της σχέσης χρέους προς ΑΕΠ. Θα συμβάλλουν επίσης στην προώθηση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.

Οι υπολογισμοί του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου όπως αναφέρεται στο δελτίο της Bank of America – Merrill Lynch για το δημόσιο χρέος και το πρωτογενές έλλειμμα για το 2010 είναι 130% και -2,2% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Μετά την τελική αναμόρφωση του ελλείμματος του 2009 από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ε.Ε. το έλλειμμα του 2009 ανήλθε στο 15,4% του ΑΕΠ και του Δημοσίου χρέους στο 126% του ΑΕΠ από 13,6% και 115% αντίστοιχα. Με δεδομένη τη δημοσιονομική πειθαρχία της τετραετίας, το πρωτογενές έλλειμμα υπολογίζεται ότι θα είναι θετικό +1,0% το 2012 και +6% του ΑΕΠ το 2015 (το πρωτογενές έλλειμμα του πρώτου δεκαμήνου του 2010 μειώθηκε στα 6,84 δισ. ευρώ από 14,5 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2009 σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ). Αντίστοιχα το δημόσιο χρέος θα αυξηθεί στο 154% του ΑΕΠ το 2012 και θα μειωθεί στο 144% του ΑΕΠ το 2015.

Σημειώνω για μια ακόμη φορά ότι οι αγορές σήμερα δεν συμμερίζονται το αισιόδοξο αυτό σενάριο. Οι αγορές πιστεύουν ότι η δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων με παράλληλη οικονομική ανάπτυξη είναι δύο στόχοι που είναι αντιφατικοί (mutually exclusive). Όμως τόσο η Merrill Lynch όσο και εμείς διαφωνούμε με την άποψη που εκφράζουν οι αγορές. Η διαφωνία μας στηρίζεται στο γεγονός ότι οι εκτεταμένες δημοσιονομικές αναδιαρθρώσεις, ήτοι μείωση των δαπανών του Δημοσίου (ιδίως των μισθών, του αριθμού των υπαλλήλων του Δημοσίου και των παροχών) συνδυαζόμενες με τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές (απελευθέρωση επαγγελμάτων και αγοράς εργασίας), τη μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος κατά τουλάχιστον 20%, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να σταθεροποιήσουν τη σχέση Δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ, να προσελκύσουν άμεσες ξένες επενδύσεις και να οδηγήσουν σε θετικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης.

Έτσι, η αναδιάταξη της Ελληνικής Οικονομίας από μια οικονομία που στηριζόταν στην ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση με βάση το δανεισμό, σε μια οικονομία που στηρίζεται στις παραγωγικές επενδύσεις, στις εξαγωγές και στην αύξηση της παραγωγικότητας, θα συμβάλλει στη σχετική ισορροπία του ισοζύγιου πληρωμών, στη μείωση της σχέσης χρέους προς ΑΕΠ και κυρίως θα δώσει τη δυνατότητα στην Ελλάδα να αντλήσει κεφάλαια από τις διεθνείς χρηματαγορές.

Με τέτοια θετική εξέλιξη των μεγεθών της Ελληνικής Οικονομίας, η χώρα όχι μόνο θα εξέλθει της κρίσης αλλά θα αναφέρεται και στη βιβλιογραφία ως μια νέα περίπτωση χώρας όπου ένα καλά σχεδιασμένο πρόγραμμα δημοσιονομικής πειθαρχίας και διαρθρωτικών αλλαγών οδήγησαν σε οικονομική ανάπτυξη, αύξηση των επενδύσεων, εμπιστοσύνη στις ξένες άμεσες επενδύσεις και εξαφάνιση των ελλειμμάτων, ενισχύοντας έτσι την προοπτική για μια σταθερή ισορροπία του Δημόσιου χρέους και του ισοζυγίου πληρωμών.

Σε αντίθετη περίπτωση, εάν η Ελλάδα διέκοπτε την εφαρμογή της δημοσιονομικής πειθαρχίας απορρίπτοντας το Μνημόνιο, κήρυσσε στάση πληρωμών ή δεχόταν το λεγόμενο κούρεμα των πιστωτών της, εάν δηλαδή κήρυττε πτώχευση, το αποτέλεσμα θα ήταν, όπως ήδη έχει λεχθεί παραπάνω, ο υπερπληθωρισμός, ένας χαμηλός ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης και μια άνευ προηγούμενου μακροχρόνια μείωση του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού.

Βέβαια εάν οι πολιτικές εξελίξεις οδηγήσουν τη χώρα στη δίνη της πολιτικής αποσταθεροποίησης. Το σκεπτικό και τα αισιόδοξα συμπεράσματα που ήδη ανέπτυξα θα ανατραπούν. Με αποτέλεσμα η χώρα να οδηγηθεί αναπόφευκτα στην εγκατάλειψη της εφαρμογής των όρων του Μνημονίου και στην αναστολή της καταβολής του υπολοίπου του δανείου των 110 δις ευρώ. Οι συνέπειες μιας τέτοιας τραυματικής για τη χώρα εξέλιξης της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης θα οδηγούσε στην αδυναμία της Ελλάδας να χρηματοδοτήσει τόσο τα τρέχοντα ελλείμματα του προϋπολογισμού, όσο και την αναχρηματοδότηση των επικείμενων δόσεων του Δημόσιου Χρέους το Φεβρουάριο του 2011.

Έτσι θα οδηγηθούμε, χωρίς ουσιαστικό λόγο σε καθεστώς πτώχευσης με όλες τις καταστροφικές συνέπειες που περιέγραψα πιο πάνω. Ήδη τα σημάδια που στέλνουν οι αγορές είναι συγκεκριμένα και απειλητικά. Το spread του δεκαετούς ομολόγου, δηλαδή η διαφορά επιτοκίου μεταξύ του αντίστοιχου Γερμανικού ομολόγου και του Ελληνικού, αυξήθηκε απότομα κατά 290 μονάδες βάσης (δηλαδή 2,9%) και έφτασε τις 920 μονάδες βάσης από 630 που ήταν πριν ένα περίπου μήνα. Και για να γίνει ευκολότερα αντιληπτό, η αύξηση αυτή μεταφράζεται σε μια αύξηση επιτοκίου από το 8,9% στο 11,8%.

Οι δυσμενείς αυτές πολιτικές εξελίξεις όχι μόνο μπορούν να αποφευχθούν, αλλά επιβάλλεται για το εθνικό συμφέρον να τις αντιπαρέλθουμε. Θα είναι πραγματικά κρίμα να χάσει η χώρα την ευκαιρία που είναι ίσως η μοναδική μετά τη μεταπολίτευση, να επιτύχει την αναδιάταξη της Ελληνικής Οικονομίας με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και την μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη μέσα στην Ευρωζώνης χωρίς ελλείμματα στο Δημόσιο Τομέα και με ισορροπημένο ισοζύγιο πληρωμών (balance by payment).

* Ο κ. Γεώργιος Καλαμωτουσάκης είναι τέως διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας American Express και τέως Καθηγητής Πανεπιστημίου Νέας Υόρκης

Του Γεωργίου Καλαμωτουσάκη
Πηγή:www.capital.gr
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
 
Έξοδος της Ελλάδος από την οικονομική κρίση;
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΜπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Rokavlon.com No2 :: φόρουμ ανοικτό :: Επικαιρότητα :: Γενική συζήτηση-
Δημοσίευση νέας Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.ΕνότηταΜετάβαση σε: