Rokavlon.com No2

Αθλητικό & Χρηματιστηριακό καφενείο - www.xbet.actionboard.net - www.xbet.forumotion.com
 
ΦόρουμΦόρουμ  PortalPortal  Σύνδεση  ΕγγραφήΕγγραφή  Όροι Εγγραφής Όροι Εγγραφής  Συχνές ΕρωτήσειςΣυχνές Ερωτήσεις  ΑναζήτησηΑναζήτηση  Βουλή TV LiveΒουλή TV Live  xbet-YouTubexbet-YouTube  ΚαιρόςΚαιρός  Στοίχημα Στοίχημα  calculatorcalculator  

Δημοσίευση νέας Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.ΕνότηταΜοιραστείτε | 
 

 Κεϊνσιανισμός εναντίον μονεταρισμού

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Κεϊνσιανισμός εναντίον μονεταρισμού   Δευ 7 Νοε 2011 - 14:05

Μονεταρισμός

Μονεταρισμός αποκαλείται η θεωρία σύμφωνα με την οποία η αύξηση της ποσότητας του χρήματος σε μια οικονομία, με κρατική παρέμβαση μέσω δημοσιονομικής ή νομισματικής πολιτικής, οδηγεί τελικά σε άνοδο των τιμών και αύξηση του πληθωρισμού. Θεωρείται ότι η διακύμανση στην προσφορά χρήματος έχει επίδραση στο πραγματικό παραγόμενο προϊόν μόνο βραχυπρόθεσμα, ενώ μακροπρόθεσμα επηρεάζει μόνο το επίπεδο των τιμών. Επιπρόσθετα, η μονεταριστική εκδοχή της μακροοικονομικής θεωρίας συνδέει τις διακυμάνσεις στον οικονομικό κύκλο με το ρυθμό επέκτασης της ποσότητας χρήματος, ερμηνεύοντας τους κύκλους ύφεσης/ανάπτυξης ως ένα κατεξοχήν νομισματικό (χρηματικό) φαινόμενο.

Ουσιαστικά μπορούμε να πούμε ότι το μονεταριστικό μοντέλο αποτελεί σύνθεση κεϋνσιανισμού και κλασικών οικονομικών. Ένα από τα χαρακτηριστικά των κλασικών οικονομικών είναι η πεποίθηση για τη λεγόμενη «ουδετερότητα του χρήματος». Θεωρείται ότι τα άτομα δεν έχουν τη λεγόμενη «ψευδαίσθηση του χρήματος», αλλά αντίθετα ενδιαφέρονται για την πραγματική αγοραστική δύναμη του εισοδήματος τους, και όχι για το ονομαστικό εισόδημα σε απόλυτο αριθμό χρηματικών μονάδων. Για παράδειγμα, τα άτομα προτιμούν αύξηση μισθών 6% και πληθωρισμό 4% (πραγματική αύξηση 2%) παρά αύξηση μισθών 8% και πληθωρισμό 10% (πραγματική μείωση -2%). Ο μονεταρισμός ερμηνεύει τα εμπειρικά (ιστορικά) δεδομένα κατά τρόπο που δείχνει ότι τα άτομα ή τελοσπάντων η οικονομία αθροιστικά συμπεριφέρεται σύμφωνα με το κεϋνσιανό υπόδειγμα βραχυπρόθεσμα και σύμφωνα με το κλασικό υπόδειγμα μακροπρόθεσμα.

Τη δεκαετία του '60 η συζήτηση πάνω σε αυτά τα ζητήματα έφερε σε αντιπαράθεση τους μονεταριστές από τη μία, με κύριο εκπρόσωπο τον Μίλτον Φρίντμαν και τους κεϋνσιανούς από την άλλη. Αργότερα, τις δεκαετίες '70 και '80, η αντιπαράθεση απόψεων μετατοπίστηκε αντίστοιχα μεταξύ της λεγόμενης νέας κλασσικής σχολής (από την οποία γίνεται η παραδοχή ορθολογικών προσδοκιών και ότι οι αγορές πάντοτε ισορροπούν) και των λεγόμενων νεο-κεϋνσιανών (κινούνται στην κεϋνσιανή παράδοση αλλά επιδιώκουν την καλύτερη μικροοικονομική θεμελίωση της κεϋνσιανής θεωρίας μετά την κριτική που δέχθηκε από τη νεα-κλασική σχολή, ενώ κύρια διαφοροποίηση τους από τα νέα-κλασσικά οικονομικά είναι ότι δέχονται την πιθανότητα αποτυχίας της αγοράς και άκαμπτων μισθών).

Οι ιδέες αυτές άσκησαν μεγάλη επίδραση στις οικονομίες του πλανήτη όλες τις μεταπολεμικές δεκαετίες μέχρι και σήμερα. Κατά τις δεκαετίες '50 και '60 η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ και άλλες κεντρικές τράπεζες δυτικών χωρών βάσιζαν τη νομισματική τους πολιτική στην προσπάθεια καθορισμού του επιτοκίου. Κατά τη δεκαετία '70 και έκτοτε η επικράτηση του μονεταρισμού στην επίσημη πολιτική των κεντρικών τραπεζών είναι απόλυτη, οι οποίες πλέον «αγνοούν» το επιτόκιο και θέτουν στόχους ως προς το ρυθμό αύξησης της προσφοράς χρήματος. Κατά τη δεκαετία του '80 και αργότερα τα πραγματικά στοιχεία δεν επιβεβαίωσαν επαρκώς τις προβλέψεις του μονεταριστικού μοντέλου. Η δεκαετία του '90 ήταν δεκαετία επιτάχυνσης των τεχνολογικών βελτιώσεων, πολιτικών αλλαγών στον πλανήτη και μεγάλων ανόδων και εξίσου μεγάλων πτώσεων στα χρηματιστήρια. Αλλά οι οικονομίες γενικά αναπτύχθηκαν και ο πληθωρισμός ήταν ελεγχόμενος. Κατά τη δεκαετία 2000-2010 οι υπεύθυνοι για την οικονομική πολιτική των κεντρικών τραπεζών δεν προέβλεψαν τον αυξανόμενα σημαντικό ρόλο των επενδυτικών τραπεζών και των hedge funds στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα, το οποίο είχε επεκταθεί και ταυτόχρονα είχε καταστεί ευάλωτο, με συμμετοχή κεφαλαίων εκτός του κανονιστικού πλαισίου για τις παραδοσιακές εμπορικές τράπεζες. Η κρίση που ακολούθησε τη βραχύτητα ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος των ΗΠΑ κατέστησε αναγκαία την κυβερνητική παρέμβαση για άμεση παροχή χρηματικών κεφαλαίων, φέρνοντας το μονεταριστικό υπόδειγμα σε δεύτερη μοίρα, αλλά και φόβους για αποσταθεροποίηση της οικονομίας και αύξηση του πληθωρισμού. Φόβοι όμως που κρίνονται ως δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με την προσπάθεια των κυβερνήσεων, κεντρικών τραπεζών και άλλων κέντρων λήψης αποφάσεων για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης ύφεσης της παγκόσμιας οικονομίας που ξεκίνησε το 2007 και συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι το 2010[1]. Για παράδειγμα στις ΗΠΑ ο μονεταριστής κεντρικός τραπεζίτης του FED Alan Greenspan αντικαταστάθηκε από τον νεο-κεϋνσιανό Ben Bernanke. http://goo.gl/9sAsY


Έχει επεξεργασθεί από τον/την xbet στις Δευ 16 Ιαν 2012 - 13:57, 2 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κεϊνσιανισμός εναντίον μονεταρισμού   Δευ 7 Νοε 2011 - 14:14

Κεϋνσιανισμός: Επιστροφή του Κέινς;
Του Petrino Dileo

Ο Κέινς αναφέρεται ως θεωρητικός μιας αντίθετης προς το νεοφιλελευθερισμό οικονομικής πολιτικής και μάλιστα, αρκετές φορές, ως η προτεινόμενη οικονομική πολιτική από μέρους του να αποτελεί «αριστερή αντιπρόταση». Από αυτή την πλευρά, το άρθρο του Αμερικανού σοσιαλιστή συγγραφέα Petrino Dileo που ακολουθεί είναι σημαντικό γιατί απομυθοποιεί πολλές από τις ιδέες του Κέινς.

Σ τις  πρώτες δεκαετίες που ακολούθησαν το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου υπήρξε μια περίοδος παρατεταμένου οικονομικού «μπουμ» που δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία του παγκόσμιου καπιταλισμού. Από το τέλος της δεκαετίας του ‘40 έως τις αρχές της δεκαετίας του ‘70, η παγκόσμια οικονομία αναπτυσσόταν με σταθερό ετήσιο ρυθμό της τάξης του 4%, ενώ αντίστοιχα το ύψος του κεφαλαίου[1] αυξανόταν κατά 3,2% ετησίως. Την περίοδο αυτή οι θεωρίες του Βρετανού οικονομολόγου Τζον Μέιναρντ Κέινς –θεωρίες που υποστήριζαν την τόνωση της οικονομίας μέσω κυβερνητικών δαπανών, μεγαλύτερων σε ύψος από τα αντίστοιχα κρατικά έσοδα (ελλειμματικοί προϋπολογισμοί), και την αυστηρή ρύθμιση της λειτουργίας των αγορών– κυριαρχούσαν στην οικονομική σκέψη και πολιτική. Ο κεϊνσιανισμός ταυτίστηκε στη λαϊκή συνείδηση με την αντίληψη ότι οι κρατικές παρεμβάσεις –είτε με τη μορφή κοινωνικών προγραμμάτων, είτε με τη μορφή κρατικών επενδύσεων, ή ακόμα με τη μορφή της μερικής κρατικοποίησης– ήταν απαραίτητες για να αντιμετωπιστεί η τάση του συστήματος να εμφανίζει έντονες διαταραχές, όπως αυτές της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του ‘30.

Όμως, τη δεκαετία του ‘70 το παρατεταμένο «μπουμ» έφτασε στο τέλος του. Το 1975 εμφανίστηκε έντονος πληθωρισμός στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Την ίδια στιγμή η αμερικάνικη κερδοφορία σημείωνε απότομη πτώση, καθώς οι ΗΠΑ –που βαρύνονταν με υψηλές στρατιωτικές δαπάνες και απαρχαιωμένα κεφάλαια– γινόντουσαν λιγότερο ανταγωνιστικές στην παγκόσμια αγορά σε σχέση με τις οικονομικές δυνάμεις της Ευρώπης και της Ιαπωνίας, που ανοικοδομήθηκαν και ανανέωσαν τον κεφαλαιακό τους εξοπλισμό. Τα προβλήματα των ΗΠΑ εκφράστηκαν με μια περίοδο χαμηλής ανάπτυξης και ταυτόχρονου υψηλού πληθωρισμού –ένα φαινόμενο που ονομάστηκε στασιμοπληθωρισμός. Και σ’ αυτό το φαινόμενο η κεϊνσιανή θεωρία, η οποία προτείνει πολιτικές που προκαλούν πληθωρισμό για να αντιμετωπιστεί η ύφεση, δεν είχε απάντηση. Το να επιβαρύνονται πληθωριστικά οι οικονομίες σε μια περίοδο που ο πληθωρισμός ήταν ήδη πολύ έντονος, δεν μπορούσε να αποτελέσει επιλογή. Έτσι, τα οικονομικά επιτελεία βρέθηκαν σε αδιέξοδο και άνοιξε ο δρόμος για «ριζοσπαστικές» αλλαγές στην οικονομική θεωρία και πολιτική.

Μέσα από την κρίση βγήκε στο προσκήνιο μια «ακατανόητη» έως τότε ομάδα ακαδημαϊκών με κεντρική φυσιογνωμία τον Αυστριακό Friedrich Von Hayek. Η ομάδα συμπεριλάμβανε τον Ludwig Von Mises και τον Milton Friedman, οι οποίοι επιχειρηματολογούσαν από τη δεκαετία του ‘40 ενάντια στις κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία, ενάντια στα συνδικάτα και ενάντια στο κοινωνικό κράτος.

Ο Milton Friedman και οι βοηθοί του, που προέρχονταν κυρίως από το Πανεπιστήμιο του Σικάγο[2], σε συνεργασία με σημαντικά think tank όπως το ινστιτούτο Cato, προσέφεραν το ιδεολογικό υπόβαθρο για μια σφοδρή επίθεση ενάντια στο επίπεδο των μισθών και το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης. Η επίθεση αυτή συνδυάστηκε με προτάσεις για απορύθμιση της οικονομίας, ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων και ξεχαρβάλωμα του κοινωνικού δικτύου προστασίας. Οι συντηρητικοί αυτοί –που αργότερα ονομάστηκαν «νεοφιλελεύθεροι»– υποστήριξαν ότι ο καλύτερος τρόπος για να τονωθεί η ζήτηση ήταν να διοχετευθούν χρήματα απευθείας στους καπιταλιστές, τα οποία θα προέρχονταν από περικοπές μισθών και φόρων. Αυτή η θεωρία έγινε γνωστή ως «οικονομικά της προσφοράς», σε αντίθεση με τις πολιτικές του Κέινς που ήταν προσανατολισμένες στη ζήτηση.

Κατά τη νεοφιλελεύθερη περίοδο υπήρξαν τρία κύματα σημαντικής ανάπτυξης, μέσω των οποίων οι ΗΠΑ επανέκτησαν την οικονομική κυριαρχία τους στην παγκόσμια αγορά –αν και δεν κατάφεραν ποτέ να ξαναδημιουργήσουν τόσο ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης όσο την περίοδο του μεταπολεμικού «μπουμ». Όμως, η πολιτική της αχαλίνωτης απορύθμισης που ήταν και το κύριο χαρακτηριστικό της εποχής, προκάλεσε τελικά σοβαρές οικονομικές κρίσεις, αρχικά με την ασιατική κρίση του 1998, αργότερα με την κρίση στην Λατινική Αμερική και τελικά με την έντονη κρίση που παρουσιάστηκε στις ΗΠΑ με το σκάσιμο της φούσκας των εταιριών dot-com. Η ανάκαμψη, που ακολούθησε τα παραπάνω, στηρίχθηκε στη δημιουργία μιας τεράστιας στεγαστικής φούσκας που φτιάχτηκε μέσω των στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου (subprime) και οδήγησε στη μαζική αποσταθεροποίηση του συστήματος. Ενός συστήματος που παραμένει βαριά πληγωμένο από την πιστωτική κρίση που εμφανίστηκε αρχικά το 2007 και συνεχίζει να διαπερνά την αμερικάνικη και παγκόσμια οικονομία, χωρίς να διαφαίνεται κάπου το τέλος της.

Οι κυβερνήσεις, σήμερα, αντί να «αφήσουν τις δυνάμεις της αγοράς να καθαρίσουν το τοπίο», ρίχνουν όλες τους τις δυνάμεις στην προσπάθεια να σταθεροποιήσουν το οικονομικό σύστημα. Οι τράπεζες στις ΗΠΑ και την Ευρώπη επίσης κινούνται στην ίδια κατεύθυνση, αποδεχόμενες παρεμβάσεις που φτάνουν έως τις μερικές και προσωρινές κρατικοποιήσεις, κάτι που αποτελεί παραβίαση της βασικής νεοφιλελεύθερης αντίληψης ότι η κρατική παρέμβαση είναι επιβλαβής για την οικονομία. Αρκετά τρισεκατομμύρια έχουν ήδη δαπανηθεί για να εκτονωθεί κάπως ο πανικός. Η σημερινή κρίση –που είναι ακριβώς αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών– υποχρέωσε τις κυβερνήσεις να απομακρυνθούν από τις πολιτικές και την ιδεολογία που υπηρέτησαν στις τρεις τελευταίες δεκαετίες!

Οι αποτυχίες αυτές της «ελεύθερης αγοράς» έχουν εγείρει ερωτήματα όσον αφορά το ποια πολιτική θα αντικαταστήσει το νεοφιλελευθερισμό. Τους τελευταίους μήνες έχουν γραφτεί μια σειρά από άρθρα και βιβλία που υποστηρίζουν την επιστροφή σε κεϊνσιανές πολιτικές. Το βιβλίο της Νάομι Κλάιν [3] «Shock Doctrine», που αποτελεί μια σκληρή καταγγελία του νεοφιλελευθερισμού, υποστηρίζει ότι ο κεϊνσιανισμός ήταν λιγότερο βάναυσος και παρείχε πιο ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης. Μιλά επίσης στο βιβλίο της για τις «κεϊνσιανές απόπειρες να αυξηθεί ο συλλογικός πλούτος και να χτιστούν πιο δίκαιες κοινωνίες». Επίσης, το αριστερής απόχρωσης οικονομικό περιοδικό «Dollars & Sense» υποστήριξε σε άρθρο του την επαναδημιουργία του Works Progress Administration, που φτιάχτηκε την περίοδο του New Deal.[4] Ακόμα, το περιοδικό «Nation», με το βαρύγδουπο εξώφυλλο «Προς ένα νέο New Deal», παρουσίασε μια σειρά από προσωπικότητες όπως ο Howard Zinn, ο Andy Stern και ο Jesse Jackson[5] που υποστήριζαν αυτή την προοπτική.

Στους ακόμα πιο «επίσημους» κύκλους, ο Πολ Κρούγκμαν, εξέχων αρθρογράφος των «New York Times», ο οποίος κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Οικονομίας του 2008, διαρκώς επιχειρηματολογεί υπέρ κεϊνσιανών λύσεων για τα τρέχοντα προβλήματα. Σε ένα από τα πρόσφατα άρθρα του, που γράφτηκε λίγο μετά την εκλογική νίκη του Ομπάμα, με τίτλο «Franklin Delano Obama» (σ.τ.μ. λογοπαίγνιο που παραπέμπει στον Ρούζβελτ, ο οποίος λεγόταν Φράνκλιν Ντελάνο), αναφέρει ότι η συγκυρία προσφέρει στον Ομπάμα τη δυνατότητα να προχωρήσει στις κρατικές δαπάνες και ρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν και τη δεκαετία του ’30, για να επανασταθεροποιηθεί ο καπιταλισμός. Ορισμένα περιοδικά προχωρούν ακόμα πιο πέρα από τον Krugman, κάνοντας φωτομοντάζ όπου παρουσιάζουν τη φιγούρα του Ρούζβελτ με το πρόσωπο του Ομπάμα. Ακόμα και κολοσσοί του καπιταλιστικού συστήματος, όπως ο Μπιλ Γκέιτς και ο Τζορτζ Σόρος, βγήκαν στο προσκήνιο και ζήτησαν μια πιο ήπια μορφή καπιταλισμού, με μειωμένες οικονομικές ανισότητες και περισσότερη κυβερνητική εποπτεία της οικονομίας.

Οι οικονομικοί αναλυτές αναφέρουν ότι η σημερινή κρίση είναι η χειρότερη από τη δεκαετία του ‘30. Είναι φυσικό λοιπόν να βρίσκεται στα χείλη όλο και περισσότερων το όνομα του οικονομολόγου που συνδέθηκε με τις προσπάθειες να δημιουργηθούν μηχανισμοί που να αντιμετωπίζουν τέτοιες κρίσεις και να αποτρέπουν την εμφάνιση νέων. Από τα παραπάνω προκύπτουν αναπόφευκτα τα ακόλουθα ερωτήματα: Πρώτον, τι ακριβώς είναι ο κεϊνσιανισμός; Δεύτερον, ήταν το παρατεταμένο μεταπολεμικό «μπουμ» αποτέλεσμα των κεϊνσιανών πολιτικών; Και, τέλος, είναι εφικτή μια επιστροφή στον κεϊνσιανισμό;

Η άνοδος του κεϊνσιανισμού

Πριν από την εμφάνιση των νεοφιλελεύθερων οικονομικών, ο κεϊνσιανισμός ήταν η κυρίαρχη ιδεολογία που διδασκόταν στις οικονομικές σχολές και η de facto αφετηρία των οικονομικών πολιτικών, που ακολουθήθηκαν μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σύμφωνα με μια μελέτη του κεϊνσιανισμού της δεκαετίας του ’80:

«Χάρη σ’ αυτή τη νέα οικονομική θεωρία, ήταν ευρέως αποδεκτό ότι με τον κατάλληλο χειρισμό του προϋπολογισμού και των νομισματικών πολιτικών, ο Κέινς μπορούσε να καθορίσει την ενεργή ζήτηση σε επίπεδο όπου θα εξαλειφόταν λίγο ως πολύ η ακούσια ανεργία».

Την περίοδο εκείνη οι κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία θεωρούνταν ευρέως ως κάτι πολύ φυσιολογικό και αναγκαίο για τη λειτουργία του καπιταλισμού. Πράγματι, αναπτύχθηκε τότε ένα ολόκληρο φάσμα μέτρων, που έκαναν αποδεκτή μια κρατικομονοπωλιακή μορφή του καπιταλισμού. Τα μέτρα αυτά ξεκινούσαν από ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, εκτείνονταν σε «μικτές» μορφές οικονομίας (συνύπαρξη δηλαδή του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα) και έφταναν μέχρι και πλήρη κρατική ιδιοκτησία.

Οι πολιτικές αυτές έγιναν αποδεκτές με πολλούς τρόπους από διάφορες κυβερνήσεις, ανεξάρτητα από το κομμάτι του πολιτικού φάσματος στο οποίο ανήκαν. Οι ρίζες του κεϊνσιανισμού βρίσκονται στη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του ‘30. Η βαθιά αυτή κρίση του καπιταλισμού, που σημαδεύτηκε από μαζική κατάρρευση της παραγωγής και του παγκόσμιου εμπορίου και υψηλά ποσοστά ανεργίας σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αιχμαλώτισε όλα τα αναπτυγμένα έθνη για μία δεκαετία. Προκάλεσε βαθύ κοινωνικό αναβρασμό, καθώς δεν φαινόταν να υπάρχει τέλος στη δυστυχία του κόσμου. Στο απόγειο της κρίσης, εκτιμάται ότι η ανεργία στις ΗΠΑ έφτασε το 25%.

Πριν από την ύφεση, η αστική οικονομία δεχόταν τη θεωρία ότι όλες οι αγορές αυτορυθμίζονται και αυτοδιορθώνονται. Σε μια περίοδο που το εργατικό κίνημα αναπτυσσόταν, η κυρίαρχη οικονομική θεωρία απέρριπτε την εργασιακή θεωρία της υπεραξίας (η οποία ήταν αποδεκτή από κλασικούς οικονομολόγους όπως ο Ricardo και ως ένα βαθμό και από τον Adam Smith), η οποία υποστήριζε ότι η αξία των εμπορευμάτων καθορίζεται από την εργασία που ενσωματώνεται σε αυτά. Οι ερμηνείες της εργασιακής θεωρίας της αξίας ποικίλλουν, αλλά είναι κοινά αποδεκτό ότι το εμπόρευμα αποκτά αξία κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας και μέσω της ανθρώπινης εργασίας. Παρ’ όλα αυτά, η αποδοχή της σημαντικότητας της εργασίας μέσα στην κυρίαρχη οικονομική θεωρία είχε το δυσάρεστο επακόλουθο (για τους καπιταλιστές) ότι εξηγούσε την ύπαρξη της υπεραξίας ως απλήρωτη εργασία και ξεκαθάριζε ότι η εργατική τάξη έπαιζε κεντρικό ρόλο στη λειτουργία του συστήματος και ότι, πολύ περισσότερο, ήταν η τάξη που είχε τη δύναμη να ανατρέψει το κυρίαρχο σύστημα. Έτσι λοιπόν, οι αστοί οικονομολόγοι, των οποίων η έγνοια ήταν να υπερασπιστούν την ομαλή λειτουργία του καπιταλισμού, κατασκεύασαν εναλλακτικές ερμηνείες που αντικαθιστούσαν την εργασιακή θεωρία της αξίας με άλλες, περισσότερο υπερφυσικές ερμηνείες και ως εκ τούτου τελείως ακίνδυνες.

Ο Μαρξ αποκαλούσε αυτούς που εφεύρισκαν τέτοιες θεωρίες χυδαίους οικονομολόγους (απολογητές του συστήματος). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας θεωρίας ήταν ο νόμος του Say (πήρε το όνομά του από τον γνωστό οικονομολόγο J.B.Say, που γεννήθηκε το 17ο αιώνα), ο οποίος ήταν η κυρίαρχη άποψη πριν από το 1930. Ο νόμος του Say υποστήριζε ότι η παραγωγή προκαλεί τη δική της ζήτηση. Ως αποτέλεσμα, η αντίληψη των οικονομολόγων ήταν ότι η δαπάνη ενός ανθρώπου γινόταν αυτόματα το εισόδημα κάποιου άλλου. Το παραπάνω σημαίνει ότι υπάρχει μια «κυκλική ροή εισοδήματος και δαπάνης» σε μια οικονομία. Άρα, υπερπαραγωγές ή ελλείψεις δεν μπορούσαν παρά να είναι παροδικά τυχαία φαινόμενα. Και συνεπώς, το κράτος δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να προσπαθήσει να λύσει το πρόβλημα της ύφεσης, αλλά απλά να περιμένει μέχρι το σύστημα να αυτορυθμιστεί. Όλα αυτά εξελίχθηκαν στην κυρίαρχη θεωρία της ελεύθερης αγοράς, που έγινε αποδεκτή από τη λεγόμενη νεοκλασική σχολή. Όμως, η σοβαρή και φαινομενικά ανεξέλεγκτη Μεγάλη Ύφεση άνοιξε το δρόμο για μια αναθεώρηση της οικονομικής σκέψης.

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς ήταν ένα Βρετανός οικονομολόγος που έζησε από το 1883 μέχρι το 1946. Ήταν ένας χαρισματικός συγγραφέας με πιο γνωστό έργο του τη «Γενική Θεωρία της Εργασίας, των Επιτοκίων και του Χρήματος», που εκδόθηκε το 1936 (αν και ο ίδιος ήταν αρκετά γνωστός από τα τέλη της δεκαετίας του ’20). Το βιβλίο εμφανίστηκε στο προσκήνιο, καθώς η Μεγάλη Ύφεση κορυφωνόταν. Αμφισβήτησε σοβαρά την κυρίαρχη οικονομική θεωρία της εποχής. Και στο τελευταίο μέρος του πρότεινε μια σειρά από πολιτικές για να τερματιστεί η κρίση.

Από την καπιταλιστική σκοπιά, η κεϊνσιανή θεωρία ήρθε την κατάλληλη στιγμή, παρέχοντας στην κυρίαρχη τάξη μια στρατηγική για να αντιμετωπίσει την κρίση σε μια περίοδο κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο κατέληγαν σε επαναστατικά συμπεράσματα. Όπως έγραψε ο μαρξιστής οικονομολόγος Πολ Μάτικ:

«Τα μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά σκαμπανεβάσματα του καπιταλισμού του 20ού αιώνα τσάκισαν την εμπιστοσύνη στην εγκυρότητα του laissez-faire.[6] Κανείς δεν μπορούσε πλέον να αγνοεί την κριτική του Μαρξ στην αστική κοινωνία και οικονομία. Η υπερπαραγωγή του κεφαλαίου με την ταυτόχρονη πτώση του ποσοστού κέρδους, την έλλειψη των επενδύσεων, την υπερπαραγωγή των εμπορευμάτων και τη διογκούμενη ανεργία –τα οποία είχε προβλέψει ο Μαρξ– ήταν η αδιάψευστη πραγματικότητα και τα προφανή αίτια των πολιτικών σκαμπανεβασμάτων της εποχής. Το να αντιλαμβάνεται κανείς αυτά τα γεγονότα ως προσωρινές ανισορροπίες που σύντομα θα αυτοδιορθώνονταν μέσω μιας αύξησης της καπιταλιστικής παραγωγής, δεν μείωνε στο ελάχιστο τη σημασία των αναγκαίων κρατικών παρεμβάσεων, με σκοπό την αποκλιμάκωση της ύφεσης και την εξασφάλιση κάποιων μέτρων κοινωνικής σταθερότητας. Η θεωρία του Κέινς ταίριαξε σε αυτή την κατάσταση. Αποδεχόταν τις οικονομικές προβλέψεις του Μαρξ, χωρίς να αποδέχεται τον μαρξισμό, εκπροσωπούσε μια πιο ασθενή εκδοχή της κριτικής του καπιταλισμού, ενώ, τέλος, ο στόχος του ήταν να συγκρατήσει την πτώση του συστήματος και να αποτρέψει την κατάρρευσή του».

Παρά τα λάθη που διέβλεπε στο σύστημα, ο Κέινς ήταν σαφώς υπέρ του καπιταλισμού και υπέρ των ανισοτήτων στη διανομή του πλούτου, καθώς θεωρούσε ότι αυτός ήταν ο τρόπος για να υπάρξει σημαντική αύξηση του κεφαλαίου. Στο έργο του «Οικονομικές συνέπειες της Ειρήνης» έγραφε:

«Η έντονη συσσώρευση κεφαλαίου που, προς όφελος όλης της ανθρωπότητας, παράχθηκε στο μισό του αιώνα πριν από τον πόλεμο, δεν θα μπορούσε ποτέ να παραχθεί σε μια κοινωνία όπου ο πλούτος θα μοιραζόταν εξίσου».

Σε τελική ανάλυση ο Κέινς δεν ήθελε να αντικαταστήσει τον καπιταλισμό, αλλά να ρυθμίσει τη λειτουργία του συστήματος, χωρίς να αλλοιώσει τα βασικά χαρακτηριστικά του. Ήταν αρκετά ξεκάθαρος όσον αφορά την αναγκαιότητα να υπάρξουν πρακτικά μέτρα και θεωρητική υποστήριξη σ’ αυτά, προκειμένου να σωθεί ο καπιταλισμός και να καταπολεμηθούν οι επαναστατικές θεωρίες.

Σε ένα γράμμα του προς τον Ρούζβελτ το 1933, μετά την εφαρμογή των πρώτων μέτρων του New Deal, έγραφε:

«Είστε ο εκλεκτός όσων σε κάθε χώρα προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα δεινά της κατάστασης με συνετό πειραματισμό, μέσα στο πλαίσιο του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος. Αν αποτύχετε, η συνετή αλλαγή θα υπονομευτεί βαθύτατα σε όλο τον κόσμο και οι μόνες δυνάμεις, που θα παραμείνουν για να λύσουν τα προβλήματα, θα είναι αυτές της ορθοδοξίας και της επανάστασης».

Ο Κέινς δεν ήταν ο πρώτος που έγινε διάσημος, ασκώντας κριτική στην καπιταλιστική ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς. Αλλά οι ιδέες του κυριάρχησαν, καθώς παρείχαν μια εξήγηση, για τη Μεγάλη Ύφεση, που έστεκε περισσότερο από αυτές που έδιναν οι νεοκλασικοί προκάτοχοί του. Στο κέντρο του ο κεϊνσιανισμός αντιλαμβάνεται τις κρίσεις ως φαινόμενα που προκύπτουν λόγω υποκατανάλωσης. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην υπερπαραγωγή προϊόντων, που δεν μπορούν να πουληθούν επικερδώς, αλλά στους καταναλωτές που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δεν καταναλώνουν επαρκώς, ώστε να τονώνονται οι επενδύσεις.

Ο Κέινς ισχυριζόταν ότι δεν μεταφράζονται αυτόματα όλα τα εισοδήματα σε κατανάλωση μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η παραπάνω πρόταση έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τον τέλειο κύκλο εισοδήματος-δαπάνης που περιγράφει ο νόμος του Say. Πολύ περισσότερο σε συνθήκες ύφεσης, οι καπιταλιστές φοβούνται να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους, εφόσον δεν αναμένουν κέρδη. Αντίθετα, απέχουν από τις επενδύσεις και ο ρυθμός της αποταμίευσης αυξάνεται. Η μείωση των επενδύσεων έχει ως αποτέλεσμα απολύσεις και αποκλιμάκωση της παραγωγής. Αυτά με τη σειρά τους βαθαίνουν ακόμα περισσότερο την ύφεση. Έλεγε λοιπόν ο Κέινς πως, αν αφεθούν να λειτουργήσουν από μόνοι τους οι μηχανισμοί του καπιταλισμού, τότε το σύστημα θα βυθίζεται όλο και πιο συχνά σε βαθιές κρίσεις. Έτσι, οι πολιτικές που πρότεινε ως διέξοδο ήταν ένας συνδυασμός νομισματικής πολιτικής και έντονων κρατικών παρεμβάσεων.

Η λογική ήταν ότι η οικονομική δραστηριότητα καθορίζεται από την ενεργό ζήτηση. Σε περιόδους ύφεσης και υπερπαραγωγής, το να κατακρατούν τα κεφάλαιά τους οι καπιταλιστές και να προχωρούν σε απολύσεις και περικοπές μισθών ήταν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που έπρεπε να συμβεί. Συνακόλουθα και οι εργάτες, που βρίσκονται απότομα σε επισφαλή θέση, τείνουν να περιορίζουν την κατανάλωση τους και προσπαθούν να εξοικονομήσουν όσο μπορούν, για να αντιμετωπίσουν την περίπτωση να απολυθούν. Το καθαρό αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι η πτώση της κατανάλωσης αγαθών στο σύνολο της οικονομίας, κάτι που υποδαυλίζει το ήδη υπάρχον πρόβλημα της υπερπαραγωγής. Με τη σειρά τους οι καπιταλιστές θα μειώσουν κι άλλο τις επενδύσεις και ο φαύλος κύκλος θα συνεχιστεί.

Η λύση βρισκόταν στο να παίξει το κράτος ενεργό ρόλο στην οικονομία, πρώτον μέσω του χειρισμού των επιτοκίων, ώστε να μετριαστεί ο πληθωρισμός (ή ο αποπληθωρισμός αναλόγως) και δεύτερον μέσω στρατηγικών που θα τόνωναν την ενεργό ζήτηση. Στο δέκατο κεφάλαιο της «Γενικής Θεωρίας» του, ο Κέινς παρουσιάζει ένα διάσημο πλέον υποθετικό παράδειγμα για το πώς θα μπορούσε να εξαφανιστεί η ανεργία μέσω των κρατικών πολιτικών: να γεμίζει μπουκάλια με γραμμάτια, να τα θάβει σε άδεια ορυχεία και μετά να αφήνει ιδιωτικές εταιρίες να ξεθάψουν τα γραμμάτια. Θα ήταν πιο λογικό το κράτος να έχτιζε σπίτια ή κάτι παρόμοιο. Αλλά, αν υπάρχουν πολιτικές και πρακτικές δυσκολίες στο να συμβεί κάτι τέτοιο, το παραπάνω είναι προτιμότερο από το τίποτα…

Να τι έγραψε σχετικά ο Μάτικ:

«Από τη συγκεκριμένη οπτική, είναι υπόθεση της κυβέρνησης να διαφυλαχθεί η ύπαρξη και η λειτουργία των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Πέραν των γενικών ευεργετικών επιδράσεων των κυβερνητικών –νομισματικών και δημοσιονομικών– πολιτικών, οι επιχειρήσεις που βρίσκονται σε δύσκολη θέση πρέπει να στηριχθούν από ειδικά πιστωτικά ιδρύματα. Τα δημόσια έργα πρέπει να πραγματοποιηθούν με προοπτική την εξυπηρέτηση των αναγκών του ιδιωτικού κεφαλαίου – οι δρόμοι για τη διευκόλυνση της αυτοκινητοβιομηχανίας, τα αεροδρόμια για τις αεροπορικές εταιρίες κ.λπ. Πέραν της ιδιαίτερης φροντίδας για τις νέες επενδύσεις πρέπει επίσης να υπάρξει αύξηση της διάθεσης για κατανάλωση μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων, που θα προάγουν την κοινωνική ασφάλεια και έτσι θα υποβοηθείται η οικονομική σταθερότητα».

Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς γιατί να δοθεί έμφαση στη ζήτηση, αντί να υπάρξουν φοροαπαλλαγές ή άλλα αντίστοιχα πακέτα που να δίνουν κεφάλαια στα χέρια των επενδυτών; Ο Κέινς συμφωνούσε πως η αύξηση του ρυθμού των επενδύσεων θα μπορούσε να πετύχει τον επιθυμητό στόχο της αύξησης της κατανάλωσης της κοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά παρατήρησε πως όσο οι επιχειρήσεις και οι πλούσιοι συσσώρευαν περισσότερο πλούτο, τόσο μικρότερο ποσοστό των αποταμιεύσεών τους έτειναν να επενδύουν. Αυτή η «προτίμηση ρευστότητας», όπως την ονόμασε, ήταν αποτέλεσμα των προσδοκιών ότι οι αποδόσεις των επενδύσεων θα μειώνονταν. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να ενθαρρυνθούν οι καπιταλιστές να επενδύσουν, αλλά αυτό ισχύει μέχρις ενός σημείου. Τελικά, οι αποταμιεύσεις θα αυξάνονται περισσότερο από τις επενδύσεις. Και καθώς αυτό θα συμβαίνει, η ενεργός ζήτηση θα μειώνεται και το πραγματικό επίπεδο εργασίας θα υπολείπεται της συνολικής προσφοράς εργασίας. Οπότε τα μέτρα, που αυξάνουν τη ζήτηση, έχουν περισσότερες πιθανότητες να τονώσουν τις επενδύσεις από το να διοχετευτούν χρήματα απευθείας στα χέρια των επενδυτών.

Η ανάλυση του Κέινς ήταν σαφώς προσανατολισμένη στο να διασώσει τον καπιταλισμό και όχι να τον ανατρέψει. Έγραφε σχετικά:

«Η επέκταση των δραστηριοτήτων του κράτους, που έχουν ως στόχο την αποκατάσταση της διάθεσης για κατανάλωση και επενδύσεις, θα αντιμετωπίζονταν ως φριχτές παραβιάσεις των ελευθεριών και της σημαντικότητας του ατόμου από έναν τυπικό Αμερικάνο επιχειρηματία του 19ου αιώνα. Την υπερασπίζομαι όμως, αφού είναι ο μόνος εφικτός τρόπος να αποτρέψουμε την ολοσχερή καταστροφή των υπαρκτών οικονομικών δομών. Επίσης, οι παρεμβάσεις αυτές είναι η προϋπόθεση για την επιτυχή λειτουργία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας».

Η διάθεση του Κέινς να αποκαταστήσει την ομαλή λειτουργία του καπιταλισμού δεν ήταν το μόνο που τον διαχώριζε από τον Μαρξ. Η θεωρία του για τις κρίσεις ήταν επίσης εντελώς διαφορετική. Ο Μαρξ διέβλεπε στην κινητήριο δύναμη του καπιταλισμού –στο κυνήγι του κέρδους– την τάση να γίνεται η συσσώρευση για τη συσσώρευση. Αντίθετα, ο Κέινς έλεγε πως «Η κατανάλωση… είναι ο μοναδικός σκοπός και αντικείμενο όλης της οικονομικής δραστηριότητας».

Η έλλειψη της ενεργούς ζήτησης στην κεϊνσιανή θεωρία των κρίσεων είναι ένας άλλος τρόπος να πει κανείς ότι το κεφάλαιο δεν επενδύεται. Δεν εξηγείται όμως το γιατί. Με λίγα λόγια, ενώ για τον Μαρξ η πιθανότητα διαχωρισμού της αγοράς από την πώληση, που καθιστά την κρίση πιθανό ενδεχόμενο, είναι το αρχικό στάδιο για την κατανόηση των καπιταλιστικών κρίσεων, για τον Κέινς είναι το τελικό στάδιο. Η θεωρία του Κέινς για την κρίση –η έλλειψη συνολικής ζήτησης– είναι απλώς μια περιγραφή των αποτελεσμάτων της κρίσης, όχι μια εξήγηση του γιατί η κρίση συμβαίνει.

Η μαρξιστική θεωρία θέτει την οικονομική κρίση ως μια κρίση της κερδοφορίας, η οποία είναι ο καθοριστικός παράγοντας του επιπέδου των επενδύσεων. Η άναρχη φύση της καπιταλιστικής ανάπτυξης προκαλεί δυσαναλογίες ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της παραγωγής, υπερπαραγωγή του κεφαλαίου και παραγωγή περισσότερων εμπορευμάτων απ’ όσα μπορούν να πουληθούν με κέρδος. Η εξέλιξη του πιστωτικού συστήματος ευνοεί την επέκταση των επενδύσεων και της αγοράς, μόνο όμως για να τη δυσκολέψει, όταν οι επενδύσεις ξεπεράσουν αυτό που η αγορά μπορεί να απορροφήσει. Ιδού μια ιδέα της αναρχίας της αγοράς! Η ανικανότητα να πουλήσουν, σημαίνει ότι οι καπιταλιστές δεν μπορούν να μετατρέψουν σε παραπέρα κέρδος την υπεραξία που έχουν αντλήσει από τους εργάτες τους, κάτι που οδηγεί σε περικοπές στις επενδύσεις, σε απολύσεις κ.λπ. Αυτή είναι μία πτυχή των κυκλικών κρίσεων του συστήματος. Το κίνητρο για ασταμάτητη αύξηση της παραγωγικότητας (κάτι που ο ανταγωνισμός αναγκάζει τους καπιταλιστές να κάνουν) οδηγεί σε αύξηση των επενδύσεων, σε αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (να επενδύονται δηλαδή περισσότερα κεφάλαια σε μηχανές, σε σταθερό κεφάλαιο, σε σχέση με τον αριθμό των εργατών που προσλαμβάνονται). Μιας και η εργασία (που αποτελεί την πηγή της υπεραξίας) είναι η πηγή των κερδών, η σχετική μείωση του εργατικού δυναμικού στο σύνολο των επενδύσεων οδηγεί σε πτώση του ποσοστού του κέρδους. Ο Μαρξ ονόμασε την παραπάνω διαδικασία «νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους».

Οι παράγοντες αυτοί οδηγούν σε περιόδους κρίσεων από τις οποίες το σύστημα προσπαθεί να βγει με την καταστροφή και την απαξίωση του κεφαλαίου, τις μαζικές απολύσεις και τις περικοπές μισθών. Ο Μαρξ έγραφε σχετικά στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου»:

«Πώς λύνεται αυτή η διαμάχη; Πώς αποκαθίστανται οι συνθήκες που ανταποκρίνονται στην “υγιή” λειτουργία του καπιταλισμού; Ο τρόπος της λύσης έχει ήδη αναδειχτεί στην ίδια τη διαμάχη, τη λύση της οποίας συζητάμε. Προϋποθέτει την απόσυρση και ακόμα και τη μερική καταστροφή κεφαλαίου ίσου με την πλήρη αξία του επιπρόσθετου κεφαλαίου ΔC (μεταβολή κεφαλαίου), ή τουλάχιστον ένα μέρος του. Όμως, όπως διαφαίνεται και από την περιγραφή της διαμάχης, για κανένα λόγο δεν κατανέμονται εξίσου οι απώλειες ανάμεσα στους επί μέρους καπιταλιστές, η κατανομή αυτή γίνεται μέσω του ανταγωνισμού σε διαφορετικές αναλογίες και μορφές ανάλογα με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα ή ανάλογα με τις θέσεις που πιθανώς κατέχουν από το παρελθόν, ώστε κάποια κεφάλαια να παραμένουν ανενεργά, άλλα να καταστρέφονται και κάποια να υφίστανται μόνο σχετικές απώλειες ή απλώς υποτιμούνται προσωρινά».

Το πρόβλημα με τη θεωρία υποκατανάλωσης είναι ότι αδυνατεί να εξηγήσει γιατί η κρίση δεν είναι μόνιμη στον καπιταλισμό, κάτι που προφανώς δεν συμβαίνει. Η θεωρία υποκατανάλωσης υποστηρίζει ότι το αίτιο της κρίσης είναι το γεγονός ότι η εργατική τάξη δεν καταναλώνει πλήρως την αξία του προϊόντος που παράγει. Φυσικά, η εργατική τάξη δε θα μπορούσε να καταναλώνει το σύνολο του προϊόντος της εργασίας της, επειδή πρώτα απ’ όλα δεν μπορεί να καταναλώσει μέσα παραγωγής (μηχανήματα, πρώτες ύλες και εγκαταστάσεις) και δεύτερον, δεν θα μπορούσε, επειδή η βάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι η εκμετάλλευση της απλήρωτης εργασίας της εργατικής τάξης. Πράγματι, ο Μαρξ διαπίστωσε μια αντίφαση του καπιταλισμού ανάμεσα στη διαρκή προσπάθεια του συστήματος να επεκταθεί και στη στενή βάση πάνω στην οποία στηρίζονται οι συνθήκες κατανάλωσης. Παρ’ όλα αυτά, δεν θεώρησε ότι αυτό είναι το αίτιο των κρίσεων:

«Είναι απλή ταυτολογία να ισχυρίζεται κανείς ότι οι κρίσεις προκαλούνται από έλλειψη αποτελεσματικής ζήτησης ή έλλειψη αποτελεσματικής κατανάλωσης. Το καπιταλιστικό σύστημα δεν αναγνωρίζει καμία μορφή καταναλωτή πέραν αυτού που μπορεί να πληρώσει (αν εξαιρέσουμε την κατανάλωση των εξαθλιωμένων και των απατεώνων). Το γεγονός ότι τα εμπορεύματα δεν πωλούνται, δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από το ότι δεν έχουν βρεθεί άνθρωποι διατεθειμένοι να τα αγοράσουν, δηλαδή, καταναλωτές (ανεξάρτητα από το αν τα εμπορεύματα θα πωληθούν τελικά για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της παραγωγικής ή ατομικής κατανάλωσης). Αν κάποιος προσπαθεί να δώσει σε αυτή την ταυτολογία τη μεταφυσική μιας βαθύτερης σοφίας, με τον ισχυρισμό ότι η εργατική τάξη καρπώνεται ένα μικρό μόνο μερίδιο του προϊόντος που παράγει και ότι το κακό θα διορθωνόταν, αν καρπωνόταν ένα μεγαλύτερο μερίδιο, π.χ. αν οι μισθοί αυξάνονταν, αρκεί για μας να τονίσουμε ότι οι κρίσεις πάντα προετοιμάζονται από μια περίοδο κατά την οποία το επίπεδο των μισθών γενικά αυξάνεται και η εργατική τάξη πράγματι καρπώνεται ένα μεγαλύτερο μερίδιο του ετήσιου προϊόντος που προορίζεται για κατανάλωση. Υπό το πρίσμα των συνηγόρων της σταθερής και “απλής” (!) κοινής λογικής, αυτές οι περίοδοι θα έπρεπε μάλλον να αποτρέπουν τις κρίσεις».

Ο Ένγκελς, στο έργο του «Αντι-Ντίρινγκ», αναφέρει ότι δεν γίνεται να εξηγήσεις τις κρίσεις στον καπιταλισμό μέσα από ένα φαινόμενο που υπήρχε αιώνες πριν από τον καπιταλισμό:

«Η υποκατανάλωση των μαζών, ο περιορισμός της λαϊκής κατανάλωσης στα απολύτως απαραίτητα για τη συντήρηση και την αναπαραγωγή δεν αποτελεί κάτι το καινούργιο. Είναι κάτι που παρατηρείται από τότε που υπάρχουν τάξεις, υποκείμενα της εκμετάλλευσης και αντικείμενα της εκμετάλλευσης… Έτσι, ενώ η υποκατανάλωση έχει κάνει την εμφάνισή της πολλές φορές στην Ιστορία, η γενική συρρίκνωση της αγοράς, που ξεσπά κατά τη διάρκεια μιας κρίσης ως αποτέλεσμα της υπερπαραγωγής, υπάρχει μόνο τα τελευταία πενήντα χρόνια… Η υποκατανάλωση των μαζών είναι μια αναπόφευκτη κατάσταση για όλες τις κοινωνίες που στηρίζονται στην εκμετάλλευση, άρα προφανώς και για τον καπιταλισμό. Αλλά στον καπιταλισμό αυτό που δημιουργεί τις κρίσεις είναι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Η υποκατανάλωση των μαζών είναι λοιπόν αναπόφευκτη κατάσταση σε μια κρίση και παίζει ένα ρόλο που έχει αναγνωριστεί προ πολλού. Μας λέει όμως ελάχιστα τόσο σχετικά με το γιατί οι κρίσεις συμβαίνουν σήμερα όσο και σχετικά με το γιατί δεν συνέβαιναν παλιότερα».

Ο κεϊνσιανισμός και η εργατική τάξη

Σύμφωνα με τη νεοκλασική σκέψη, το φαινόμενο της ανεργίας δεν αποτελεί ευθύνη του συστήματος, αλλά ευθύνη των εργατών, οι οποίοι δεν αποδέχονται να δουλέψουν με χαμηλότερους μισθούς. Πιο συγκεκριμένα, οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι θεωρούσαν ότι η μείωση των μισθών είναι στην πραγματικότητα η λύση στο πρόβλημα της ανεργίας. Επίσης υποστήριζαν, ως απόρροια του νόμου του Say, ότι δεν μπορεί να υπάρξει ακούσια ανεργία. Έλεγαν κάποιοι:

«Η γενικευμένη ανεργία είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται, όταν οι υπερβολικά μεγάλες εργατικές απαιτήσεις παίρνουν γενικευμένες διαστάσεις. Πρέπει να μάθουν να αποδέχονται μειώσεις στα εισοδήματά τους χωρίς πολλές τσιρίδες»…

Από την άλλη, ο Κέινς έλεγε πως σε κάποιες περιπτώσεις η μείωση των μισθών πιθανώς να μειώσει την ενεργό ζήτηση. Το να μειωθούν οι μισθοί σε περίοδο ύφεσης απλώς θα εμβαθύνει την κρίση, έλεγε. Οι χαμηλότεροι μισθοί περιορίζουν τη ζήτηση και άρα οι παραγωγοί θα περιορίσουν και αυτοί την παραγωγή τους και άρα θα έχουμε ακόμα περισσότερη ανεργία και η κρίση θα χειροτερέψει.

Αυτό που, τότε, έκανε αίσθηση σε πολλούς ήταν ότι η κεϊνσιανή πολιτική πρότεινε μια κάποια αναδιανομή πλούτου από τα ψηλά στα χαμηλά και ότι πίεζε προς την «πλήρη απασχόληση» των εργατών. Αλλά η σκοπιά του Κέινς ήταν καθαρά αυτή της αστικής τάξης. Δεν υποστήριζε τους υψηλότερους μισθούς, αλλά τη διατήρηση ενός σταθερού γενικού επιπέδου τιμών, για να διατηρηθεί η ισορροπία στις αγορές. Ο Κέινς, επίσης, πίστευε ότι οι μισθοί δεν έπρεπε να αυξηθούν πάρα πολύ. Για την ακρίβεια, αν και ασκούσε κριτική στη νεοκλασική θεωρία για τους μισθούς, δεν απέρριπτε πλήρως τις προτάσεις της. Σε ένα κείμενο του έγραφε:

«Είναι πράγματι εφικτό σε κάποιες περιπτώσεις μια μείωση των μισθών να τονώσει την παραγωγή, ακριβώς όπως αναφέρει η κλασική θεωρία».

Με βάση το παραπάνω, ο Κέινς παρατήρησε ότι ο πληθωρισμός μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο στα χέρια των καπιταλιστών, ώστε οι πραγματικοί μισθοί των εργατών να μειώνονται, χωρίς να αλλάζει το ονομαστικό τους επίπεδο.

«Η όποια προσπάθεια των εργοδοτών να διαπραγματευτούν μειώσεις στο (ονομαστικό) επίπεδο των μισθών θα συναντήσει πολύ μεγαλύτερη αντίσταση από μια σταδιακή και αυτόματη μείωση των πραγματικών μισθών, που θα προκύψει από την αύξηση των τιμών».

Το ενδιαφέρον του Κέινς να μη μειωθούν πολύ οι μισθοί των εργατών δεν υπήρχε λόγω κάποιας ιδιαίτερης συμπάθειας προς την εργατική τάξη. Αντιθέτως, προερχόταν από τη σημασία της υποκατανάλωσης που τονιζόταν στη θεωρία του. Το «κλειδί» της θεωρίας ήταν να ισούται η ενεργός ζήτηση με το συνολικό εισόδημα και άρα να εξασφαλίζεται η ισορροπία στην οικονομία. Άρα πρέπει να στοχεύουμε στην πλήρη απασχόληση για να τονώνεται, όποτε χρειαστεί, η ενεργός ζήτηση. Ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί η πλήρης απασχόληση είναι:

«[…] να προωθούνται οι επενδύσεις και ταυτόχρονα να προωθείται και η κατανάλωση, όχι μόνο στο επίπεδο που η διάθεση για κατανάλωση θα ανταποκριθεί στις αυξημένες επενδύσεις, αλλά σε ακόμα μεγαλύτερα επίπεδα».

Για τον Κέινς, οι περικοπές των μισθών δεν θεωρούνταν στόχος. Για την ακρίβεια, ο Κέινς υποστήριζε να προτείνουν οι κυβερνήσεις, για παράδειγμα, νόμους που να εξασφαλίζουν ένα ελάχιστο επίπεδο μισθών, έτσι ώστε να διατηρείται ένα επίπεδο ισορροπίας στην οικονομία. Δεν το έλεγε αυτό όμως γιατί πίστευε στην ίση κατανομή του πλούτου. Αντίθετα, καταλάβαινε ότι οι τεράστιες διαφορές στην κατανομή του πλούτου θα οδηγούσαν σε εξέγερση και θεωρούσε επιθυμητό να περιορίσει την ταξική πάλη.

Δημοσιονομική ή νομισματική πολιτική;

Ο Κέινς έβλεπε το επίπεδο των επιτοκίων επίσης από μια ρομαντική σκοπιά. Αντιλαμβανόταν τον τόκο ως το κόστος του να διατηρεί κάποιος πλούτο σε μορφή χρημάτων. Οι τόκοι πληρώνονται για τα χρήματα που έχουν δανειστεί. Επομένως, αν ένας καπιταλιστής επιθυμεί ρευστότητα –να έχει δηλαδή ρευστό στα χέρια του– στερείται τους τόκους που θα μπορούσε να κερδίζει, εάν είχε δανείσει αυτά τα ποσά.

Ο Κέινς αποδεχόταν τη νεοκλασική οπτική που έλεγε ότι οι καπιταλιστές δανείζουν ή επενδύουν ανάλογα με το πού θα έχουν τις μεγαλύτερες αποδόσεις τα χρήματά τους. Αν οι κεντρικές τράπεζες αυξήσουν τα επιτόκια σε επίπεδο υψηλότερο από τις αναμενόμενες αποδόσεις των επενδύσεων, τότε οι καπιταλιστές θα αποταμιεύσουν. Αν, αντίθετα, τα επιτόκια μειωθούν, οι καπιταλιστές θα ενθαρρυνθούν να επενδύσουν αντί να αποταμιεύσουν. Επιπλέον, πιθανώς να αποφασίσουν ακόμα και να δανειστούν οι ίδιοι. Το συμπέρασμα της θεωρίας, λοιπόν, είναι ότι, με το να ανεβάζουν ή να κατεβάζουν τα επιτόκια, οι κυβερνήσεις μπορούν να επηρεάζουν τις αποφάσεις των καπιταλιστών για το αν θα επενδύσουν ή θα δανείσουν κεφάλαια, αν δηλαδή θα «θερμανθεί» ή θα «παγώσει» η οικονομία.

Ο Κέινς προβληματιζόταν επίσης με τη δυνατότητα των επιτοκίων να προκαλούν έντονο πληθωρισμό ή αποπληθωρισμό. Αν οι επενδύσεις ξεπερνούν τις αποταμιεύσεις, πιθανώς θα υπάρξει πληθωρισμός και στην αντίστροφη περίπτωση πιθανώς θα υπάρξει αποπληθωρισμός. Αυτό σημαίνει ότι στην πραγματικότητα ο έλεγχος των επιτοκίων είναι ένα εργαλείο αντιμετώπισης του πληθωρισμού. Άρα, η οικονομική ευρωστία στηρίζεται στη διατήρηση των επιτοκίων, ώστε να εξισώνονται οι επενδύσεις με τις αποταμιεύσεις –και άρα οι τιμές να παραμένουν σταθερές. Το μοντέλο αυτό παραμένει έως σήμερα το «κλειδί» που εφαρμόζουν οι κεντρικές τράπεζες για την πολιτική τους.

Αυτό που προσέθεσε ο Κέινς στον παραπάνω συλλογισμό ήταν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι καπιταλιστές μπορεί να θεωρούσαν κάθε άλλη εναλλακτική λύση ως ζημιογόνα και άρα να συνέχιζαν να αποταμιεύουν ανεξαρτήτως του πόσο χαμηλά ήταν τα επιτόκια. Ο Κέινς ονόμασε αυτό το φαινόμενο «παγίδα ρευστότητας» και ήταν αυτό ακριβώς που συνέβη στον ιαπωνικό καπιταλισμό τη δεκαετία του 1990. Γι’ αυτό το λόγο ο Κέινς έβλεπε το χειρισμό των επιτοκίων μόνο ως ένα από τα εργαλεία για την ενθάρρυνση των επενδύσεων.

Η θεωρία λέει ότι, στην περίπτωση της παγίδας ρευστότητας, τα επιτόκια μπορούν να τονώσουν τις επενδύσεις μόνο αν τα πραγματικά επιτόκια (δηλαδή το ονομαστικό επίπεδο των επιτοκίων μείον το επίπεδο του πληθωρισμού) μειωθούν μέχρις ότου να γίνουν αρνητικά. Παρ’ όλα αυτά η γιαπωνέζικη εμπειρία δείχνει ότι, ακόμα κι αν τα επιτόκια είναι αρνητικά, οι καπιταλιστές δεν θα επενδύσουν, αν δεν υπάρχει κάποιος κλάδος στον οποίο να αξίζει να επενδύσουν. Μια παρόμοια κατάσταση συναντάμε σήμερα και στην αμερικάνικη οικονομία. Ο πρόεδρος της αμερικάνικης Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed), Μπεν Μπερνάνκι, μείωσε το επίπεδο των επιτοκίων από 5,25% σε 1%. Παρ’ όλα αυτά απέτυχε να τονώσει το δανεισμό ή τις επενδύσεις, καθώς οι καπιταλιστές δεν μπορούν να βρουν κάτι για να επενδύσουν. Επιπλέον, οι κεντρικές τράπεζες ελέγχουν τις οικονομικές πολιτικές μόνο στη χώρα τους. Αυτό καθιστά το σύστημα ασταθές, γιατί οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να καταλήξουν να λειτουργούν με γνώμονα το εθνικό συμφέρον, αντί να λειτουργήσουν με βάση μια συνολική αντίληψη της νομισματικής πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο.

Γι’ αυτό το λόγο ο Κέινς θεωρούσε ότι η νομισματική πολιτική από μόνη της δεν επαρκούσε για να ενθαρρύνει ή να αποθαρρύνει τις επενδύσεις. Το κράτος χρειάζεται να παρέμβει μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής. Τα πρακτικά προβλήματα, που απορρέουν από την επιχειρηματολογία του Κέινς, είναι ότι το «κλειδί» για να υπάρξει και να συντηρηθεί η εθνική ανάπτυξη είναι η τόνωση της ζήτησης. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί με πάρα πολλούς τρόπους, συμπεριλαμβανομένης κυρίως της κυβερνητικής δημοσιονομικής πολιτικής, που θα παρεμβαίνει στην οικονομία μέσω φόρων, κοινωνικής ασφάλισης, επιδομάτων ανεργίας και δαπανών στην υποδομή και τις κυβερνητικές υπηρεσίες, για να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας.

O Κέινς συνέλαβε την ιδέα ενός λεγόμενου «πολλαπλασιαστή». Δηλαδή, με το να «ρίξεις» στο σύστημα στο κατάλληλο μέρος 100 δολάρια, θα μπορούσες να παραγάγεις πολύ περισσότερη δραστηριότητα. Το να δώσεις 100 δολάρια σε έναν εργάτη σημαίνει ότι πιθανότατα αυτά τα χρήματα θα καταλήξουν στον τοπικό μπακάλη. Ο μπακάλης έπειτα θα ξοδέψει ο ίδιος 90 δολάρια αγοράζοντας κάτι, κ.λπ. Αν από την άλλη δώσεις 100 δολάρια σε ένα δισεκατομμυριούχο δεν θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα, επειδή ο δισεκατομμυριούχος δεν έχει άμεση ανάγκη τα 100 δολάρια και θα τα ξοδέψει μόνο αν βρει επενδυτικές ευκαιρίες με υψηλές αποδόσεις.

Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, από την πλευρά της, απορρίπτει την αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής και δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη νομισματική πολιτική που αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο η Fed αντιμετώπιζε τα οικονομικά προβλήματα τα τελευταία τριάντα χρόνια. Στην πράξη πάντως οι νεοφιλελεύθεροι εφαρμόζουν κάποιας μορφής δημοσιονομική πολιτική: περικόπτουν τους φόρους των πλούσιων και αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες. Ως αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης εποχής, οι κρατικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ και του κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν μειώθηκαν, αλλά αυξήθηκαν. Θεωρητικά ο νεοφιλελευθερισμός αντιστέκεται στην κρατική παρέμβαση, στην πράξη όμως οι στρατιωτικές δαπάνες και η ενίσχυση των εταιριών είναι όχι μόνο αποδεκτή, αλλά και ευπρόσδεκτη. Και τώρα που το σύστημα βρίσκεται σε κρίση, η ιδεολογία πετιέται από το παράθυρο και αυτοί που πιθανότατα ούρλιαζαν δυνατότερα από όλους «το κράτος να αφήσει ήσυχες τις αγορές» είναι αυτοί που απαιτούν τώρα να υπάρξει κρατική παρέμβαση.

Πριν από τον Κέινς, οι κυβερνήσεις θεωρούσαν ιδανικούς τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Ο Κέινς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί δεν είναι εξ ορισμού ούτε καλοί ούτε κακοί. Οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να αποφασίζουν για τις δαπάνες τους ανάλογα με το πώς θέλουν να επηρεάσουν την ενεργό ζήτηση στις οικονομίες τους. O Κέινς αντιλαμβανόταν ότι τα ελλείμματα προκαλούσαν πληθωρισμό και τα πλεονάσματα αποπληθωρισμό. Η οπτική του ήταν ότι σε μια κρίση αξιοποιείς τα ελλείμματα για να αποκατασταθεί η ανάπτυξη και να αντιμετωπιστούν οι αποπληθωριστικές τάσεις. Όταν η ανάπτυξη αποκατασταθεί, τότε δεν ισοσκελίζονται απλώς οι ισολογισμοί, αλλά γίνονται πλεονασματικοί για να αποπληρωθεί το χρέος που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης.

O Κέινς και ο ιμπεριαλισμός

Μια από τις σημαντικότερες προσφορές του Κέινς ήταν ότι συνέβαλε στη δημιουργία της παγκόσμιας οικονομικής υποδομής του μεταπολεμικού κόσμου. Ο Κέινς ήταν ένας βασικός παράγοντας στη διεθνή συνάντηση του Bretton Woods στο New Hampshire, τον Ιούλιο του 1944, στο οποίο οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες διαμόρφωσαν τους θεσμούς που θα κυριαρχούσαν στη μεταπολεμική περίοδο. Βγαίνοντας από τον πόλεμο ως ηγέτιδα στρατιωτική και βιομηχανική δύναμη, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν να οργανώνουν τον καπιταλιστικό κόσμο οικονομικά (μέσω της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου –ΔΝΤ– και της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου)[7] και στρατιωτικά (μέσω της δημιουργίας του ΝΑΤΟ).

«Ο ρόλος του ηγέτη, που θα οδηγήσει σε ένα νέο σύστημα διεθνών σχέσεων και άλλων οικονομικών ζητημάτων, θα περάσει στις ΗΠΑ λόγω της μεγάλης μας οικονομικής δύναμης», έγραφε ο υπουργός Εσωτερικών Cordell Hull κατά τη διάρκεια του πολέμου. «Θα αναλάβουμε αυτό το ρόλο και την ευθύνη που απορρέει από αυτόν, πρωτίστως για λόγους εθνικών συμφερόντων».

Ποια ήταν αυτά τα συμφέροντα; Ανάμεσα στους σκοπούς της συμφωνίας του Bretton Woods ήταν να δημιουργηθούν οργανισμοί που θα μπορούσαν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο μιας νέας Μεγάλης Ύφεσης –κάτι που ήταν ο μεγάλος φόβος της εποχής. Στόχος ήταν επίσης να ξαναχτιστεί ο καπιταλισμός στην Ευρώπη –καθώς και στον υπόλοιπο κόσμο που ήλεγχαν αποκλειστικά η Ιαπωνία και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις μέσω εμπορικών μπλοκ– με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ανοιχτός σε μια επέκταση του αμερικανικού εμπορίου και των αμερικανικών επενδύσεων.

Η βασικότερη παράμετρος σ’ αυτή την ατζέντα ήταν η πολιτική του δολαρίου. Μετά το Bretton Woods όλα τα νομίσματα συνδέθηκαν με το δολάριο και το ίδιο το δολάριο συνδέθηκε με το χρυσό. Οι σταθερές ισοτιμίες ανέβασαν από 1 δολάριο σε 35 δολάρια την αξία μιας ουγκιάς χρυσού. Τα διάφορα άλλα νομίσματα θα μετέβαλαν τη σχέση τους με το δολάριο ανάλογα με το πόσο είχαν ρυθμίσει τα προβλήματα των πληρωμών τους. Δηλαδή, αν μια χώρα είχε ελλείμματα, τότε θα έπρεπε ή να περικόψει τις εισαγωγές της ή να υποτιμήσει το νόμισμά της. Το σύστημα αυτό διατηρήθηκε μέχρι το 1971, όταν οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν την πολιτική του «χρυσού κανόνα».

Στις ίδιες συνεδριάσεις, ο Κέινς εκπροσωπούσε τα βρετανικά συμφέροντα και την προσπάθεια να καθιερωθεί η Βρετανία ως βασικός συνεργάτης των ΗΠΑ. Όμως, η Βρετανία ήταν υπερβολικά αποδυναμωμένη για να παίξει αυτό το ρόλο. Ο Κέινς, για παράδειγμα, πρότεινε τη δημιουργία ενός International Clearing Union,[8] μιας νέας μορφής παγκόσμιου νομίσματος, το οποίο ο ίδιος ονόμαζε bancor, και να εφαρμοστούν κανόνες δανεισμού που να διευκολύνουν τα βρετανικά συμφέροντα. Η αλήθεια είναι ότι δεν τα πολυκατάφερε.

Παρ’ όλα αυτά, οι οργανισμοί που προέκυψαν, ήταν αποτέλεσμα της κεϊνσιανής φιλοσοφίας, σχεδιασμένοι έτσι ώστε να παίζουν τον ίδιο σταθεροποιητικό και προωθητικό ρόλο που παίζουν οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες στις εθνικές οικονομίες.

Οι οργανισμοί, που προέκυψαν από το Bretton Woods, ανέλαβαν πολύ ευρύτερα καθήκοντα από το να ανοικοδομήσουν απλώς τον καπιταλισμό στην Ευρώπη και την Ασία. Μάλιστα μετά την κρίση του 1970 υιοθέτησαν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές δανεισμού, απαιτώντας από τα κράτη να ιδιωτικοποιήσουν και να απορυθμίσουν τις οικονομίες τους. Ο Τζόελ Γκάιερ[9] γράφει σχετικά:

«Υπό το αρχικό σύστημα του Bretton Woods, οι δανειοδοτήσεις, που προσέφερε το ΔΝΤ, προσανατολίζονταν στο να αποτραπούν ενδεχόμενες υποτιμήσεις και να τονωθεί η ζήτηση. Οι Αμερικάνοι καπιταλιστές αποδέχτηκαν αυτά τα κεϊνσιανά μέτρα την περίοδο που οι ΗΠΑ ήταν ο βασικός εξαγωγέας, είχαν τεράστια εμπορικά πλεονάσματα και ο υπόλοιπος κόσμος στηριζόταν στο αμερικάνικο συνάλλαγμα για να αποπληρώσει τις εισαγωγές του. Αλλά, τη δεκαετία του ‘80, το ΔΝΤ ανέτρεψε τις παραπάνω πολιτικές σε βάρος των υπόλοιπων χωρών. Το ΔΝΤ πλέον επέβαλε υποτιμήσεις και υποχρέωσε σε μειώσεις του εθνικού εισοδήματος και της ζήτησης, με στόχο τον περιορισμό των εισαγωγών και τελικά την εξασφάλιση της αποπληρωμής του χρέους σε ξένο νόμισμα».[10]

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι, ανεξαρτήτως του αν βρίσκονταν στην κεϊνσιανή ή τη νεοφιλελεύθερη φάση τους, αυτοί οι οργανισμοί ιδρύθηκαν για να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των μεγάλων οικονομικών δυνάμεων και κυρίως των ΗΠΑ.

Ήταν αποτελεσματικός ο κεϊνσιανισμός;

Θεωρητικά οι κεϊνσιανές πολιτικές έμοιαζαν εύλογες, ειδικά σε μια περίοδο που τίποτε άλλο δεν φαινόταν πιθανό να δουλέψει. Παρ’ όλα αυτά, τα πρώτα κεϊνσιανά μέτρα που εφαρμόστηκαν στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ‘30, αν και βοήθησαν στο πρόβλημα της ανεργίας, δεν κατάφεραν να ξελασπώσουν οικονομικά τη χώρα. Η εξήγηση που έδωσε ο Κέινς ήταν ότι «το φάρμακο, που πρότεινε, χορηγήθηκε στον ασθενή με τσιγγουνιά». Η κατηγορία αυτή εξαπολύθηκε ενάντια στο New Deal του προέδρου Ρούζβελτ, που περιλάμβανε αγροτικές δαπάνες, το National Recovery Act, το Public Works Administration, το Wagner Act, το Social Security Act και μια σειρά από άλλα μέτρα που είχαν ως στόχο να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, να αυξήσουν τις επενδύσεις και τελικά να τονώσουν τη ζήτηση…

Η Μεγάλη Ύφεση εξελίχθηκε σε δύο φάσεις: Υπήρξε τεράστια πτώση το 1932, ανάκαμψη από το 1933 έως το 1936 και μια δεύτερη πτώση το 1937 και το 1938, ακόμα και μετά την εφαρμογή των μέτρων που πρότεινε ο Κέινς. Η οικονομία ανέκαμψε ουσιαστικά το 1939, όταν οι ΗΠΑ άρχισαν να παράγουν όπλα για τους Συμμάχους.

Η ανεργία στις ΗΠΑ αρχικά κορυφώθηκε φτάνοντας στο 25% το 1933, έπειτα έπεσε στο 14% το 1936 και έως το 1939 είχε φτάσει ξανά στο 19%. Για να το εκφράσουμε σε όρους βιομηχανικής παραγωγής, θα χρησιμοποιήσουμε ένα δείκτη ο οποίος έστω ότι την περίοδο 1935-1939 ισούται με 100. Το 1929 ο δείκτης βρισκόταν στο 110, το 1932 έπεσε στο 58, το 1937 ξανανέβηκε στο 113, αλλά το 1938 ξανάπεσε στο 88. Το εθνικό εισόδημα ήταν 82 δισ. δολάρια το 1929, έπεσε στα 40 δισ. το 1932, ανέκαμψε στα 71 δισ. το 1937, αλλά ξανάπεσε στα 64 δισ. το 1938.

Οι πολεμικές δαπάνες προκάλεσαν την αύξηση στην ενεργό ζήτηση –η οποία στην πραγματικότητα δεν ήταν καταναλωτική ΖΗΤΗΣΗ, αλλά κρατικές πολεμικές ΔΑΠΑΝΕΣ– που δεν μπόρεσαν να προκαλέσουν τα κεϊνσιανά μέτρα. Τελικά, η απασχόληση και η παραγωγή, κυρίως η πολεμική, τόνωσε την οικονομική ανάπτυξη και έβαλε τέλος στη Μεγάλη Ύφεση. Ο Κέινς αντιμετώπισε τα τονωτικά αποτελέσματα των πολεμικών δαπανών ως δικαίωση της θεωρίας του.

«Είναι, όπως φαίνεται, πολιτικά αδύνατον για μια καπιταλιστική δημοκρατία να οργανώσει δαπάνες στην αναγκαία κλίμακα που θα υλοποιούσε όντως το μεγάλο πείραμα και θα δικαίωνε τη θεωρία μου – εκτός αν πρόκειται για πολεμικές δαπάνες».

Βέβαια, το τίμημα αυτής της μεθόδου ανάκαμψης –55 εκατομμύρια νεκροί σε όλο τον πλανήτη– ήταν πάρα πολύ βαρύ. Επιπλέον, ο πόλεμος έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στο να απαξιωθούν κεφάλαια και να μειωθούν δραστικά οι μισθοί, κάτι που βοήθησε πολύ στο να αποκατασταθεί η μεταπολεμική κερδοφορία, αλλά αυτά δεν αποτελούσαν μέρος των θεραπειών που πρότεινε ο Κέινς για την κρίση.

Επίσης, αποδεχόμενα αυτά τα μέτρα, τα κράτη ουσιαστικά επέστρεφαν στις ίδιες συνταγές «πολεμικού σοσιαλισμού» –που περιλάμβαναν υποχρεωτικές αποταμιεύσεις, ελέγχους στο χρήμα, στις πιστώσεις, στις τιμές και στην εργασία, προτεραιότητες, ποσοστώσεις και κρατικό δανεισμό– μέτρα που είχαν εφαρμοστεί και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά την «ορθόδοξη» προσέγγιση στα οικονομικά που κυριαρχούσε εκείνη την περίοδο. Το να παρουσιάζει ο Κέινς τον πόλεμο –που είναι αποτέλεσμα του άναρχου, ανταγωνιστικού χαρακτήρα του παγκόσμιου συστήματος– ως επιβεβαίωση της θεωρίας του ήταν σαφώς λαθροχειρία.

Ο Μάτικ τονίζει:
«Ο σκοπός και το νόημα της θεωρίας του Κέινς ήταν να παρέχει έναν τρόπο ώστε να υπάρξει πλήρης απασχόληση χωρίς πόλεμο. Να ξεπεράσει την ύφεση, χωρίς τις ορθόδοξες συνταγές του πολέμου ή της απόλυτης απραξίας και της αναμονής των καταστροφικών συνεπειών της κρίσης, αλλά μέσω νέων, ορθολογικών μεθόδων κυβερνητικής τόνωσης της ζήτησης».

Η σημαντικότερη συνεισφορά του Κέινς στην περίοδο του πολέμου ήταν η πρόταση που έκανε να συγκεντρωθούν κεφάλαια μέσω της έκδοσης πολεμικών ομολόγων. Ο Κέινς φοβόταν ότι μετά τον πόλεμο θα επανεμφανίζονταν τα ίδια προβλήματα ζήτησης και υψηλής ανεργίας, που υπήρχαν στη Μεγάλη Ύφεση. Η πώληση των πολεμικών ομολόγων θα έδινε χρήματα στους εργάτες που θα τα αγόραζαν, όταν, με τη λήξη του πολέμου, το κράτος θα πλήρωνε και έτσι η οικονομική δραστηριότητα θα έπαιρνε τα πάνω της.

Τελικά, ο καπιταλισμός δεν χρειάστηκε τέτοιου τύπου τόνωση. Οι προσπάθειες ανοικοδόμησης του συστήματος στην Ευρώπη και την Ασία παρείχαν τεράστια τόνωση, η οποία κράτησε για χρόνια. Η καταστροφή των κεφαλαίων και η κατακόρυφη πτώση των μισθών βοήθησαν σημαντικά. Οι ΗΠΑ αξιοποίησαν τις αυξημένες παραγωγικές τους δυνατότητες για να εφαρμόσουν ένα σχέδιο που θα τους έδινε πρόσβαση σε αγορές σε όλο τον πλανήτη. Ταυτόχρονα, οι προσπάθειες ανοικοδόμησης μείωσαν την ανεργία. Δεν υπήρξε καμία στιγμή όμως (εκτός ίσως από την ίδια την περίοδο του πολέμου) που οι ΗΠΑ, ή κάποια χώρα της Ευρώπης είχαν πλήρη απασχόληση των εργαζομένων τους. Αν και γενικώς γινόταν χρήση του όρου πλήρης απασχόληση, αυτό που σήμαινε στην ουσία ήταν απλώς –θα χρησιμοποιήσουμε τα ακριβή λόγια μιας έκθεσης του 1950 του American Economic Association[11]– «το να μην υπάρχει πολύ μεγάλη ανεργία». Επίσης, σε κείμενα του βρετανικού Royal Institute for International Affairs,[12] που γράφτηκαν το 1946, η πλήρης απασχόληση περιγράφεται ως:

«[…] το να αποφεύγεται εκείνο το επίπεδο ανεργίας, όποιο και αν είναι αυτό, που μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές αναταραχές στους ψηφοφόρους».

Μπορούμε να πούμε ότι το μεγάλο «μπουμ» συντηρήθηκε από μια μορφή κεϊνσιανών πολιτικών, όμως δεν ήταν αυτές που ο Κέινς είχε οραματιστεί. Οι ΗΠΑ πράγματι έκαναν δαπάνες σε μεγάλη κλίμακα, οι οποίες και τόνωσαν τη ζήτηση και ταυτόχρονα βοήθησαν στο να αποτραπεί μια υπερπαραγωγή κεφαλαίου. Οι δαπάνες αυτές ήταν πολεμικές, ή αλλιώς αυτό που κάποιοι ονόμασαν «διαρκή οικονομία των όπλων». Πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι στρατιωτικές δαπάνες σε περίοδο ειρήνης δεν ξεπέρασαν ποτέ το 1% του ΑΕΠ. Στη δεκαετία του 1950, και ενώ ο Ψυχρός Πόλεμος έφτανε στο αποκορύφωμά του, οι στρατιωτικές δαπάνες κυμαίνονταν μεταξύ 7% και 10% και συνολικά στην περίοδο 1940-1990 κυμαίνονταν από 4% έως 14% του ΑΕΠ. Συνολικά 4,5 τρισεκατομμύρια δολάρια δαπανήθηκαν στα 47 χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ο Μάτικ αναφέρει:

«Τα κυρίαρχα καπιταλιστικά κράτη έφτασαν να προσεγγίζουν την πλήρη απασχόληση μέσω πληθωρισμού, συσσώρευσης χρέους, κρατικής παραγωγής, πολεμικών προετοιμασιών και τελικά μέσω πολεμικής σύρραξης. Τα παραπάνω ενίσχυσαν τον κεϊνσιανισμό και οδήγησαν στη γενικευμένη αντίληψη ότι μέσω του κράτους θα μπορούσε να διατηρείται για πάντα κάτι σαν μπουμ».

Ήταν μόλις στη δεκαετία του 1960, όταν οι ΗΠΑ άρχισαν να αντιμετωπίζουν ανταγωνιστικές πιέσεις, που ξεσκέπασαν τις αντιφάσεις. Οι ΗΠΑ ξόδευαν τεράστια ποσά στην πολεμική βιομηχανία, όταν οι πιο δυναμικοί ανταγωνιστές τους –η Γερμανία και η Ιαπωνία– επένδυαν σε νέες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό. Οι ανταγωνιστές αυτοί άρχισαν να ξεπερνούν τις ΗΠΑ τη δεκαετία του ‘70. Προκειμένου να διατηρήσουν την οικονομική τους δύναμη, οι ΗΠΑ έπρεπε να χαμηλώσουν το εργατικό τους κόστος σε σχέση με τις δύο ανταγωνίστριες, κάτι που ήταν δύσκολο, αν λάβουμε υπόψη μας ότι η Γερμανία και η Ιαπωνία δεν ήταν φορτωμένες με τις πολεμικές δαπάνες που είχαν οι Αμερικάνοι. Αυτή ήταν η κρίση, στην οποία πληθωρισμός και στασιμότητα έκαναν την ταυτόχρονη εμφάνισή τους και η οποία άνοιξε το δρόμο για τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση του καπιταλισμού.

Επιστρέφει ο κεϊνσιανισμός;

Στην πράξη ο νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν μια πλήρης ρήξη με τον κεϊνσιανισμό –και, για ορισμένες περιπτώσεις, οι περιορισμοί που υπάρχουν για μια πλήρη επιστροφή στον κεϊνσιανισμό έχουν ήδη ξεκαθαριστεί. Πρώτα απ’ όλα, οι μειώσεις των επιτοκίων –η πρώτη γραμμή άμυνας που πρότεινε ο Κέινς– έχουν ήδη εφαρμοστεί από τον πρώην πρόεδρο της Fed, Άλαν Γκρίνσπαν (ενώ η οικονομία βρισκόταν σε «μπουμ») και τον νυν πρόεδρό της Μπεν Μπερνάνκι (ως αντίδραση στην οικονομική κρίση). Στην πρώτη περίπτωση το φτηνό χρήμα βοήθησε στο να δημιουργηθεί η στεγαστική φούσκα που έβαλε τις βάσεις για τη σημερινή κρίση. Στη δεύτερη περίπτωση, οι πρόσφατες μειώσεις των επιτοκίων δεν κατάφεραν να ξεπαγώσουν τον τραπεζικό δανεισμό. Ακόμα, οι αμερικανικές κυβερνήσεις διατηρούσαν τεράστια ελλείμματα εδώ και 20 χρόνια –το συνολικό χρέος βρίσκεται στα 10,6 τρισεκατομμύρια δολάρια και το τρέχον έλλειμμα θα φτάσει στο 1 τρισεκατομμύρια δολάρια, καθώς τα νέα σχέδια διάσωσης θα εφαρμοστούν. Το ερώτημα είναι μέχρι πού θα φτάσει αυτή η κατάσταση; Η κυβέρνηση μπορεί να τυπώσει και νέο χρήμα, κάτι που έχει ήδη ξεκινήσει να κάνει, τώρα που η ισοτιμία του δολαρίου ανεβαίνει. Όμως υπάρχει ο μακροπρόθεσμος κίνδυνος του καλπάζοντα πληθωρισμού που θα μπορούσε να τους υποχρεώσει να ξανααυξήσουν τα επιτόκια και να σταματήσει η ανάπτυξη.

Ο νεοφιλελευθερισμός αντικατέστησε τις κεϊνσιανές δαπάνες με μια έκρηξη στον ατομικό δανεισμό, για να διατηρηθεί η κατανάλωση. Το παραπάνω συνδυάστηκε με ένα πρόγραμμα φοροαπαλλαγών προς τους πλούσιους και καταβαράθρωσης του κοινωνικού κράτους και των μισθών. Όμως, όπως έγινε ξεκάθαρο με τον πιο ωμό τρόπο, το χρέος κάποια στιγμή θα πρέπει είτε να αποπληρωθεί είτε να παραγραφεί με σημαντικές απώλειες. Τα υψηλά επίπεδα χρέους των καταναλωτών, των εταιριών και του κράτους είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα που πρέπει να λυθεί για να υπάρξει ξανά ανάπτυξη.

Δεν είναι σαφές όμως αν τα κεϊνσιανά ελλείμματα θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Οι δαπάνες με τη μορφή ελλειμμάτων δεν κατάφεραν να βγάλουν την Ιαπωνία, για παράδειγμα, από το βάλτο στον οποίο βρισκόταν. Υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στο μεταπολεμικό «μπουμ» και τον κεϊνσιανισμό. Ξεκαθαρίσαμε όμως ότι στην πραγματικότητα η ανάπτυξη δεν προήλθε από την κεϊνσιανή πολιτική, αλλά από άλλους παράγοντες –και συγκεκριμένα από τον παγκόσμιο πόλεμο και τις διαρκείς στρατιωτικές δαπάνες. Όμως οι στρατιωτικές δαπάνες, που κάποτε βοήθησαν στο να περιοριστούν κάπως οι ρυθμοί ανάπτυξης και να παραταθεί το «μπουμ», είναι πλέον μια από τις παραμέτρους που βαθαίνουν την κρίση.

Το μέγεθος της κρίσης φυσικά επέβαλε και θα συνεχίσει να επιβάλλει κρατικές παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας για να υποστυλωθεί το σύστημα. Οι φορολογούμενοι στις ΗΠΑ έχουν ήδη φορτωθεί με 7,5 τρισεκατομμύρια δολάρια για να σωθούν οι τράπεζες. Δεν είναι καθόλου σίγουρο όμως ότι αυτά τα μέτρα θα αποτρέψουν τη χειροτέρευση της κατάστασης, καθώς μάλιστα αυτή η κρίση είναι παγκόσμια. Κανένα κράτος δεν μπορεί να παρέμβει και να σώσει την κατάσταση από μόνο του και όμως οι άρχουσες τάξης όλων των χωρών –που ο Μαρξ ονόμασε συμμορία άσπονδων αδερφών– αναπτύσσουν πολιτικές που να εξυπηρετούν τις ανάγκες της καθεμίας χώρας και όχι του συνόλου, κάτι που δυσκολεύει κι άλλο την κατάσταση. Οι ανεξάρτητες ενέργειες της κάθε χώρας πιθανώς να μετριάσουν την κρίση ή να αλλάξουν τη μορφή της, δεν μπορούν όμως να τη σταματήσουν.

Μεταρρύθμιση και επανάσταση

Ο Κέινς, αν και ασκούσε κριτική στα νεοκλασικά οικονομικά, δεν είχε καμία σχέση με τον Μαρξ. Ποτέ δεν εγκατέλειψε την ιδέα ότι ο καπιταλισμός είναι ο καλύτερος δυνατός τρόπος παραγωγής. Ο Κέινς νομιμοποίησε την κρατική παρέμβαση στον καπιταλισμό, γιατί πίστευε ότι χωρίς αυτή το αγαπημένο του σύστημα θα κατέρρεε μέσα σε οικονομικό και πολιτικό χάος. Με άλλα λόγια ο Κέινς ήθελε να σώσει τον καπιταλισμό από τον εαυτό του. Έδωσε μια ερμηνεία για την αποτυχία του νεοκλασικού καπιταλισμού και πρότεινε μια συνταγή για να μεταρρυθμιστεί και να σταθεροποιηθεί το σύστημα, αντί να το στείλει στο βυθό (και όλα αυτά σε μια περίοδο που πολλοί πίστευαν ότι το σύστημα είχε κηρύξει πτώχευση).

Ο νεοφιλελευθερισμός και ο κεϊνσιανισμός είναι δύο εναλλακτικές καπιταλιστικές στρατηγικές. Η κρίση του 1930 επιτάχυνε την τάση του συστήματος να στραφεί προς την κρατική παρέμβαση και τον κρατικό σχεδιασμό. Η επόμενη μεγάλη κρίση, τη δεκαετία του 1970, γέννησε μια τάση προς την απορύθμιση και τις ιδιωτικοποιήσεις ως στρατηγικές για να αποκατασταθεί η κερδοφορία. Η σημερινή κρίση θα οδηγήσει σε κάποια εναλλακτική λύση, όπου θα εφαρμοστεί κάποια παραλλαγή κρατικής παρέμβασης και ρύθμισης. Όσο το σύστημα επιβιώνει, οι εναλλακτικές προσεγγίσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού θα εξελίσσονται σε πειραματικές στρατηγικές για να διατηρηθούν οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις –όχι για να ανατραπούν. Και ενώ και οι δύο πολιτικές προβλήθηκαν στις μέρες τους ως συνταγές για να ξεπεραστεί το πρόβλημα του οικονομικού κύκλου, καμία δεν αποδείχτηκε ικανή να αντιμετωπίσει τις εγγενείς αντιφάσεις του συστήματος, που εκφράζονται με τον κύκλο ανόδου και πτώσης της οικονομίας.

Το γεγονός ότι ο κεϊνσιανισμός (ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της αστικής τάξης) μπορεί να γίνει η επιλογή στην αναζήτηση εναλλακτικής στο νεοφιλελευθερισμό δείχνει το πόσο πολύ η Αριστερά έχει ξεχάσει ακόμα και τα βασικά. Παρ’ όλα αυτά οι σοσιαλιστές οφείλουν να κάνουν ένα διαχωρισμό ανάμεσα σε κρατικές παρεμβάσεις όπως οι διασώσεις των τραπεζών –που αποτελούν μέτρα ενός κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού που προσπαθεί να σώσει τους τραπεζίτες σε βάρος της εργατικής τάξης– και σε κρατικές παρεμβάσεις που θα προκύψουν υπό την πίεση των λαϊκών αιτημάτων. Οι σοσιαλιστές δεν μπορεί να είναι αδιάφοροι για τις μεταρρυθμίσεις –ή τους αγώνες για να επιτευχθούν αυτές– που είναι απαραίτητες για να αντιστραφούν τρεις δεκαετίες επίθεσης των καπιταλιστών στην εργατική τάξη.

Καθώς η εργατική αντίσταση αναβιώνει σε διάφορες γωνιές του πλανήτη, οι διεκδικήσεις θα κινούνται στην κατεύθυνση της επαναφοράς κάποιων κρατικών παρεμβάσεων, οι οποίες θα ωφελούν την εργατική τάξη και τους φτωχούς, που κυριολεκτικά ξετινάχτηκαν από το νεοφιλελευθερισμό. Θα υπάρξουν αντιστάσεις στην ιδιωτικοποίηση –ή αγώνες για επανακρατικοποίηση, όπως βλέπουμε σε κάποιες χώρες– της Παιδείας και των ασφαλιστικών συστημάτων, καθώς και αγώνες για την αποκατάσταση ή τη βελτίωση του κοινωνικού κράτους και των επιδομάτων ανεργίας. Θα υπάρξουν αγώνες για να αποτραπούν περικοπές σε κοινωνικές υπηρεσίες όπως η παιδεία, η υγεία, οι μεταφορές. Και σε μια υψηλότερη βαθμίδα ταξικής πάλης πιθανώς να υπάρξουν αγώνες για να κρατικοποιηθούν επιχειρήσεις, ώστε να μην υπάρξουν απολύσεις. Η κρίση και η κατάρρευση του νεοφιλελευθερισμού έχουν προκαλέσει ιδεολογικές αναζητήσεις που είναι πιθανό να αμφισβητήσουν τις προτεραιότητες του καπιταλισμού και να διεκδικήσουν περισσότερα απ’ όσα μπορεί να δώσει. Μόνο μέσα από αυτούς τους αγώνες για μεταρρυθμίσεις θα μπορέσει να ανακάμψει η εργατική τάξη και να αξιώσει ακόμα πιο ριζοσπαστικές αλλαγές.

Σημειώσεις:
1. Εννοεί τη συνολική αξία όλων των κεφαλαιουχικών αγαθών που παράγονταν σε ένα χρόνο.

2. Πανεπιστήμιο, στις τάξεις του οποίου αναπτύχθηκε η ομώνυμη οικονομική σχολή που έδινε έμφαση στις νεοκλασικές θεωρίες και το φιλελευθερισμό και απέρριπτε τις κρατικές παρεμβάσεις και τον κεϊνσιανισμό, θεωρώντας ότι η ελεύθερη αγορά είναι πιο αποτελεσματική.

3. Καναδή δημοσιογράφος, συγγραφέας και πολιτική ακτιβίστρια, γνωστή για τις κριτικές που έχει ασκήσει στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

4. Το New Deal ήταν οι πολιτικές που εφάρμοσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Φράνκλιν Ντελάν Ρούζβελτ την περίοδο 1933-1938 ως απάντηση στην οικονομική κρίση. Οι πολιτικές αυτές, που προέκυψαν κάτω από την πίεση αγώνων (βλέπε σχετικό άρθρο «Εργατική Αριστερά», φύλλο 182), προέβλεπαν μεταξύ άλλων πολύ μεγάλα προγράμματα δημόσιων έργων που έδωσαν δουλειά σε εκατομμύρια ανέργους. Το Works Progress Administration ήταν η μεγαλύτερη υπηρεσία που λειτούργησε στο πλαίσιο του New Deal και ήταν αυτή που εφάρμοζε τα παραπάνω προγράμματα.

5. O Howard Zinn είναι ακαδημαϊκός, πολιτικός επιστήμονας, ιστορικός και θεατρικός συγγραφέας. Σημαντικότερο έργο του θεωρείται «Η Ιστορία Του Λαού των Ηνωμένων Πολιτειών», ενώ πολύ γνωστό στην Αριστερά είναι και το θεατρικό του έργο «Ο Μαρξ στο Σόχο». Είναι ιδιαίτερα δραστήριος σε ζητήματα κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και συμμετέχει ενεργά στο αντιπολεμικό κίνημα των ΗΠΑ. Ο Andy Stern είναι πρόεδρος του Service Employees International Union που είναι το μεγαλύτερο και ταχύτερα αναπτυσσόμενο σωματείο στις ΗΠΑ. Το σωματείο δραστηριοποιείται στις ΗΠΑ, τον Καναδά και το Πουέρτο Ρίκο. Ο Jesse Jackson είναι μαύρος ιερέας και ακτιβιστής που υπερασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα.

6. Το laissez-faire είναι όρος που στην οικονομική επιστήμη σημαίνει την απουσία οποιασδήποτε μορφής κρατικής παρέμβασης στις αγορές.

7. Η Παγκόσμια Τράπεζα ιδρύθηκε με σκοπό να παρέχει οικονομική και τεχνολογική υποστήριξη στις αναπτυσσόμενες χώρες. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ιδρύθηκε για να επιβλέπει παγκοσμίως τις οικονομικές πολιτικές κάθε κράτους και ειδικά αυτές που είχαν αντίκτυπο στα επιτόκια και τα ισοζύγια πληρωμών. Η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου, γνωστή και ως GATT, ήταν μια συμφωνία που είχε ως στόχο τη διευκόλυνση του εμπορίου διεθνώς, μέσω περιορισμών στους δασμούς, στις ποσοστώσεις κ.λπ.

8. Αν ιδρυόταν, θα ήταν μια παγκόσμια τράπεζα που θα επέβλεπε τις ανταλλαγές συναλλάγματος παγκοσμίως. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι τις δραστηριότητες που θα αναλάμβανε, αν ιδρυόταν, έχει αναλάβει σήμερα το ΔΝΤ.

9. Μέλος του ISO, της αδερφής οργάνωσης της ΔΕΑ στις Ηνωμένες Πολιτείες, και συντάκτης του περιοδικού «International Socialist Review» που εκδίδει η οργάνωση.

10. Το οποίο βασικά ήταν το αμερικάνικο δολάριο.

11. Πρόκειται για ένα πολύ παλιό και μεγάλης σημασίας μη κερδοσκοπικό επιμορφωτικό οργανισμό με αντικείμενο την προώθηση οικονομικών ερευνών, τη δημοσίευση οικονομικών άρθρων, την προώθηση του διαλόγου ανάμεσα στις οικονομικές σχολές κ.λπ.

12. Γνωστό και ως Chatham House, είναι ένας μη κερδοσκοπικός, μη κυβερνητικός οργανισμός με στόχο την ανάλυση διεθνών ζητημάτων. Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα think-tanks στο αντικείμενό του.

Μετάφραση: Θάνος Λυκουργιάς
Αναδημοσίευση από: http://www.dea.org.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1842&Itemid=46
http://goo.gl/MAlRh


Έχει επεξεργασθεί από τον/την xbet στις Κυρ 27 Οκτ 2013 - 11:26, 4 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κεϊνσιανισμός εναντίον μονεταρισμού   Δευ 7 Νοε 2011 - 14:15

Κεϊνσιανισμός εναντίον μονεταρισμού
Του ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΡΟΥΦΟΛΟ

«Χρειαζόμαστε τον Θεό. Αλλά θα έπρεπε να έρθει ο ίδιος αυτοπροσώπως και όχι να στείλει τον Υιό του, δεν είναι καιρός για παιδιαρίσματα». Μπροστά στη σημερινή οικονομική κρίση, ο Κέινς θα επαναλάμβανε ίσως αυτή την ανίερη ικεσία του. Αυτές τις μέρες το όνομά του το επικαλούνται, όλο και πιο συχνά, μερικές φορές παρακλητικά («Κέινς, ξαναγύρνα, έχουν τρελαθεί», γράφει ένας γάλλος οικονομολόγος). Πώς έγινε αυτό; Επί τουλάχιστον τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του (πέθανε το 1946) η οικονομική θεωρία κυριαρχήθηκε από τη σκέψη του. Οπως όλοι γνωρίζουν, ακόμα και το 1972 ο πρόεδρος Νίξον δήλωνε: «Είμαστε όλοι κεϊνσιανοί». Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι αυτή η ίδια φράση διατυπώθηκε έξι χρόνια πριν από τον Μίλτον Φρίντμαν, τον μεγάλο εμπνευστή της σχολής του Σικάγου και του μονεταριστικού οικονομικού φιλελευθερισμού, του κακού δαίμονα του κεϊνσιανισμού.

*Η κεϊνσιανή ηγεμονία διήρκεσε μέχρι τη δεκαετία του 1970. Σε εκείνη την ταραχώδη δεκαετία αυτό που υπήρξε σχεδόν ευαγγέλιο έγινε ανάθεμα, από τη στιγμή που την οικονομία την έπληξε ο στασιμοπληθωρισμός, η ευθύνη για τον οποίο αποδόθηκε στην κεϊνσιανή συνταγή (οφείλω να πω: όχι εντελώς αδικαιολόγητα, αν και δεν ευθύνεται ο Κέινς αλλά οι πιο ενθουσιώδεις οπαδοί του).

*Στην κεϊνσιανή σκέψη αντιτάχθηκε η μονεταριστική. Οι δύο θεωρίες ήταν συμμετρικές. Σύμφωνα με τον Κέινς, η καλή οικονομία, εκείνη της πλήρους απασχόλησης, εξαρτάται από το επίπεδο της ζήτησης.

Για μια σειρά λόγους η ζήτηση, αν αφεθεί στον εαυτό της, μπορεί να παραμένει για μεγάλες περιόδους κάτω από το επίπεδο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης.

*Σύμφωνα με τους μονεταριστές, η πλήρης απασχόληση εξαρτάται από τις συνθήκες της προσφοράς. Αν οι τιμές των συντελεστών της παραγωγής και κυρίως του κόστους της εργασίας ήταν ελεύθερες να κυμαίνονται από τον άνεμο της αγοράς, χωρίς κυβερνητικές ή συνδικαλιστικές παρεμβάσεις, η οικονομία θα πετύχαινε αυθόρμητα την πλήρη απασχόληση. Σύμφωνα με τον Κέινς, ήταν καθήκον του κράτους να παρεμβαίνει για να καλύψει το κενό της ζήτησης με μακροοικονομικές, νομισματικές και φορολογικές πολιτικές.

*Σύμφωνα με τους μονεταριστές, το κράτος οφείλει να απέχει αυστηρά από κάθε παρέμβαση η οποία θα μεταφραζόταν υποχρεωτικά σε πληθωρισμό χωρίς να αυξάνει, παρά μόνο για πολύ μικρό διάστημα, την απασχόληση. Το κράτος επομένως έπρεπε να περιορίζεται στο να προμηθεύει μια ποσότητα νομισμάτων συμβατή με το ποσοστό του επιθυμητού πληθωρισμού.

Από δω προέρχεται ο όρος μονεταρισμός, που είναι λίγο παράδοξος, καθώς οι μονεταριστές υποστήριζαν ότι το νόμισμα δεν μπορεί να αλλάξει τις πραγματικές σχέσεις ανάμεσα σε ζήτηση και προσφορά.

*Είναι μόνον ένας πέπλος απλωμένος πάνω στην οικονομία. Ο Κέινς ξεκινούσε και αυτός από την ίδια θεωρητική βάση, την ποσοτική θεωρία του νομίσματος, σύμφωνα με την οποία η αξία αυτού που θα δαπανηθεί είναι ίση με την αξία αυτού που θα αποκτηθεί, ένας ισχυρισμός που φαίνεται καθησυχαστικός.

Αλλά έπειτα αυτός εισήγαγε στη θεωρία ένα στοιχείο που την διατάρασσε: τις προσδοκίες. Ενα ψυχολογικό στοιχείο που αλλοίωνε εκείνη την ισορροπία. Ο άνθρωπος, πράγματι δεν είναι ένα αυτόματο που αντιδρά μηχανικά στα ερεθίσματα. Είναι ένα σκεπτόμενο ον που μπορεί να διαταράξει τις εξισώσεις των οικονομολόγων.

*Από τις «αυθαίρετες» προσδοκίες του (παράδειγμα η επιθυμία του να έχει στην άμεση διάθεσή του το νόμισμα αντί να το επενδύει: προτίμηση της ρευστότητας) μπορούν να γεννηθούν μη ισορροπημένες καταστάσεις. Ανήκει τότε στο κράτος το καθήκον να επαναφέρει την ισορροπία, διαχειριζόμενο μέσω του επιτοκίου το νόμισμα, το οποίο επομένως γίνεται όχι ένας πέπλος αλλά ένα εργαλείο οικονομικής πολιτικής. Η σημασία των ψυχολογικών προσδοκιών είναι η πιο μεγάλη θεωρητική συμβολή του Κέινς στην οικονομία.

Αυτή είναι προφανής κυρίως στις χρηματοπιστωτικές αγορές, με τη διαμόρφωση της κερδοσκοπικής φούσκας. Η κερδοσκοπία, η οποία μέσα σε ορισμένα όρια παίζει έναν θετικό ρόλο στις επιλογές των επενδύσεων και στην κάλυψη των κινδύνων, μπορεί εύκολα να βγει εκτός ελέγχου ενεργοποιώντας διαδικασίες συσσώρευσης.

*Ηταν ακριβώς ο Κέινς εκείνος που φώτισε με μια λαμπρή παραβολή -όπως αυτός γνώριζε να το κάνει- τον ανακλαστικό μηχανισμό αυτών των διαδικασιών.

Αν θέλουμε να προβλέψουμε την έκβαση ενός διαγωνισμού ομορφιάς, δεν πρέπει να αναρωτηθούμε ποια είναι η πιο ωραία κοπέλα αλλά ποια θα κρίνει πιο ωραία η επιτροπή που θα αποφασίσει. Με δυο λόγια, η οικονομία αποτελείται από αβεβαιότητα και από στοιχήματα. Οταν όμως αρχίζουμε να στοιχηματίζουμε για όλα, «όταν -έλεγε ο Κέινς- η ανάπτυξη του κεφαλαίου μιας χώρας γίνεται υποπροϊόν των δραστηριοτήτων ενός καζίνου, είναι πιθανό να υπάρχει κάτι που δεν πάει καλά».

*Ο Κέινς υπήρξε ένας μεγάλος οικονομολόγος, ίσως ο μεγαλύτερος του καιρού μας, και, επειδή γνώριζε να τοποθετεί την οικονομία στο ευρύτερο πλαίσιο των αξιών που γι' αυτόν μετρούσαν στη ζωή: ομορφιά, αγάπη, γνώση. Ηταν ένας εκκεντρικός, αλαζόνας και αυθάδης.

«Ο βαρόνος σας -έλεγε ο αμερικανός ανταγωνιστής του Γουάιτ, απευθυνόμενος στους Αγγλους- στάζει άρωμα». Αλλά ήταν -όπως έλεγε ο Μιντ- και ένας γενναιόδωρος και βαθιά καλός άνθρωπος. Το μεγάλο εγκώμιο το είπε γι' αυτόν, όταν πέθανε, ο μεγάλος ανταγωνιστής του, ο Χάγεκ: Μετά από αυτόν, είπε, ο κόσμος θα είναι λιγότερο άξιος για να ζει κανείς σε αυτόν. http://archive.enet.gr/online/online_text/c=110,dt=14.12.2008,id=29451140
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κεϊνσιανισμός εναντίον μονεταρισμού   Κυρ 15 Ιαν 2012 - 10:47

O Κέινς, ο φόβος της ζημιάς και η… προσφορά χρήματος .
Τετάρτη, 24 Αύγουστος 2011 00:55 .Ο Τζον Μάιναρντ Κέινς έβγαλε στο Μεσοπόλεμο μια σειρά από βιβλία που αποτελούσαν βασικούς οδηγούς στις οικονομικές ιδέες της εποχής και είχαν μια κοινή εισαγωγή γραμμένη από τον ίδιο. Στα περισσότερα εξ αυτών η εισαγωγή ανέφερε ότι τα οικονομικά δεν είναι ένα σταθερό σύστημα ιδεών αλλά ένας τρόπος σκέψης που πρέπει να εφαρμόσει ο αναγνώστης στα προβλήματα. Στα τελευταία βιβλία η εισαγωγή του είχε αλλάξει. Σημείωνε ότι τα οικονομικά βρίσκονταν σε περίοδο αναταράξεων που, μέχρι να επιλυθούν, ενδεχομένως να μην επέτρεπαν την εφαρμογή των οικονομικών ιδεών στην πολιτική.

Σε μια τέτοια περίοδο βρισκόμαστε σήμερα. Αρκεί να συγκρίνουμε την οξεία αντιπαράθεση μεταξύ των ιδεών του Ότμαρ Ίσινγκ, μέχρι πρόσφατα οικονομικού διευθυντή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Κένεθ Ρογκόφ, που συνυπέγραψε το βιβλίο This Time is Different: Eight Centuries of Financial Folly, για τις πολιτικές διάσωσης της Ευρωζώνης. Τι μπορούν να κάνουν όμως οι δόλιοι πολιτικοί αντιμέτωποι με όλη αυτή τη σύγχυση ανάμεσα τους πιο έγκυρους οικονομολόγους; Η ακαδημαϊκή σύγχυση δεν πρόκειται να λυθεί όσο παραμένουν οι ανάγκες αντιμετώπισης των παρόντων προβλημάτων – αν βεβαίως λυθεί. Είναι εύκολο για τους οικονομολόγους να ζητούν από τους πολιτικούς να λάβουν ‘ηγετικές αποφάσεις’ αλλά τι αποφάσεις να λάβουν από τη στιγμή που οι ίδιοι οι κορυφαίοι οικονομολόγοι δεν συμφωνούν σε τίποτα…

Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε σήμερα είναι να ακολουθήσουμε την παλιά οδηγία των γιατρών: καταρχήν να μην κάνουμε ζημιά. Είναι εκ των ουκ άνευ ότι οι κεντρικές τράπεζες των δυτικών χωρών δεν πρέπει να αυξήσουν ξανά τα επιτόκια και ότι πρέπει να τα μειώσουν κοντά στο μηδέν. Αλλά η απόφαση της αμερικανικής FED να καθηλώσει τα επιτόκια στο μηδέν ως το 2013 μοιάζει άτεχνος τρόπος για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Θα πρέπει άραγε η FED ή η Τράπεζα της Αγγλίας να προχωρήσουν σε ένα νέο γύρο ‘ποσοτικής χαλάρωσης’; Σε καμία περίπτωση. Τι αξία έχει να ταράζεις τις χρηματοπιστωτικές αγορές που, όσο παράλογες κι αν είναι, δυσπιστούν απέναντι σε όλα αυτά τα μέτρα από τη στιγμή που δεν υπάρχουν αποδείξεις για το τι μας απέδωσαν τα προγενέστερα προγράμματα ‘ποσοτικής χαλάρωσης’;.

Σαφώς και θα βοηθούσε αν η Κίνα αναλάμβανε σταδιακά τη θέση της Αμερικής ως ο καταναλωτής εσχάτου καταφυγίου. Αλλά δεν θα πετύχουμε κάτι τέτοιο με διακηρύξεις περί ανατίμησης του γουάν, παρά εστιάζοντας στις ευκαιρίες για αύξηση της κατανάλωσης στην Κίνα. Αν γίνει αυτό τα υπόλοιπα θα ακολουθήσουν. Αρνητικά: οι πολιτικοί δεν πρέπει να προσπαθήσουν σε καμία περίπτωση να εγγυηθούν ένα συγκεκριμένο επίπεδο στις τιμές των μετοχών ή και να σχολιάζουν υπερβολικά τις κινήσεις τους. Τα χρηματιστήρια ήταν και παραμένουν ένα μείγμα επενδυτικών εκτιμήσεων και καθαρού τζόγου. Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι δεν ήταν το κραχ του 1929 που προκάλεσε τη Μεγάλη Ύφεση αλλά η συνακόλουθη κατάρρευση των αμερικανικών τραπεζών και το κραχ της μεγαλύτερης αυστριακής τράπεζας της εποχής, της Creditanstalt.

Πέρα από αυτά και άλλα εύλογα μέτρα, πρέπει όμως να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε και ορισμένες μη ορθόδοξες ιδέες. Για παράδειγμα, πρέπει να πάψουμε να αγνοούμε την κατάρρευση της ανάπτυξης της προσφοράς χρήματος στην Αμερική και τη Βρετανία – αν και καλό θα ήταν οι μονεταριστές να μας πούνε συγκεκριμένα και πώς ακριβώς θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν την αύξηση του. Τα μοντέλα οικονομικής πολιτικής στις περισσότερες δυτικές χώρες βασίζονται στην ιδέα ενός πληθωρισμού στόχου που συνδέεται με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Η συμβολή τους στην πραγματική οικονομική ανάπτυξη περιορίζεται σε παραλλαγές του ρυθμού με τον οποίο διορθώνονται οι αποκλίσεις από τον πληθωρισμό στόχο. Και η όλη διαδικασία εξαρτάται από πολύωρες αναλύσεις περί το αν υπάρχει έλλειμμα παραγωγής και πόσο μεγάλο είναι.

Ίσως όμως συντρέχουν σοβαροί λόγοι να είμαστε πιο καχύποπτοι με την έννοια του πληθωρισμού στόχου καθώς βασίζεται στο απλό εμπειρικό γεγονός ότι οι βασικές προσεγγίσεις στη σταθερότητα των τιμών επιτεύχθηκαν όταν ίσχυε ο κανόνας του χρυσού όπου οι τελικές τιμές διέφεραν πολύ από χρόνο σε χρόνο, αλλά δεν υπήρχε κάποια ευδιάκριτη μακροπρόθεσμη τάση είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω. Πώς συνέβαινε αυτό; Ο χρυσός δεν ήταν καθόλου ‘κατάλοιπο βαρβαρότητας’ καθώς οι μακροπρόθεσμες αποκλίσεις από την σταθερότητα των τιμών αντισταθμίζονταν από παραλλαγές των ρυθμών ανακάλυψης και εξόρυξης νέων κοιτασμάτων χρυσού.

Ένα λιγότερο οικείο επιχείρημα είναι ότι ενώ το επίπεδο τιμών από χρόνο σε χρόνο θα μπορούσε κάλλιστα να αυξάνεται ή να μειώνεται, το αρνητικό πραγματικό επιτόκιο που θέλουν τόσο πολύ να επιτύχουν οι κεντρικές τράπεζες σήμερα, όντως επιτυγχάνεται αυτόματα όταν οι τιμές προβλέπεται να παραμείνουν κάτω της τάσης. Για παράδειγμα ένα ονομαστικό επιτόκιο της τάξης του 2% γίνεται πραγματικό αρνητικό επιτόκιο της τάξης του 3% ετησίως όταν αναμένεται ότι οι τιμές θα ενισχυθούν κατά 5%. Αυτό είναι ένα σημείο από το οποίο μπορούμε να αρχίσουμε ξανά να σκεφτόμαστε, τουλάχιστον όσοι αμφισβητούν το ότι ένας κίβδηλος κανόνας χρυσού μπορεί να επιτυγχάνεται με υποχρεωτικές απαιτήσεις της νομισματικής βάσης. Στον παλιό κανόνα του χρυσού η νομισματική βάση υπόκεινταν στην ανάγκη της αποτροπής των εκροών χρυσού, όχι σε νομοθετικές απαιτήσεις. Ακόμη κι αν αυτή η πρόταση έχει προβλήματα είναι καλύτερη από τις άναρθρες κραυγές για ηγεσία.
http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/o-----------2011082340252/
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Κορπορατισμός   Δευ 16 Ιαν 2012 - 13:50

Κορπορατισμός

Ο όρος Σωματειακό Κράτος, κατά μετάφραση του διεθνή όρου κορπορατισμός, ή κορπορατιβισμός είναι ονομασία οικονομικής θεωρίας με προεκτάσεις πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης - συστήματος ενός κράτους. Ετυμολογικά ο όρος προέρχεται από τη λατινική corpus (= σώμα) και εξ αυτής οι όροι corporatism, corporativism.

Η θεωρία του σωματειακού κράτους βασίζεται στην οργάνωση οικονομικού συστήματος όπου τα μέλη μιας κοινωνίας - πολίτες συμμετέχουν σε αυτό "υποχρεωτικά" μέσα από σωματειακές ενώσεις, π.χ. γεωργικές, βιομηχανικές, στρατιωτικές, θρησκευτικές κ.λπ., οργανωμένες όμως από το κράτος και συνεπώς υποτελείς σε αυτό. Έτσι υπό το οικονομικό σύστημα αυτό καθίσταται περιττός κάθε άλλος θεσμός πολιτικής αντιπροσώπευσης των εργαζομένων.

Ιστορικό

Η αντίληψη αυτή έχει ιστορικά την προέλευσή της στην αρχαία Ελλάδα και ειδικότερα στον Πλάτωνα και βέβαια σε νεότερους χρόνους από ορισμένους αντιδημοκρατικούς στοχαστές όπως ο Μπούρκε και ο Γερμανός φιλόσοφος Γκ. Φρ. Χέγκελ. Το 1881, ο Πάπας Λέων ΙΓ΄ ανέθεσε σε θεολόγους και κοινωνικούς στοχαστές να μελετήσουν την θεωρία αυτή και να την οροθετήσουν για σύγχρονη εφαρμογή. Το 1884 στο Φράιμπουργκ , η ορισθείσα επιτροπή δήλωσε ότι «ο κορπορατισμός αποτελεί σύστημα κοινωνικής οργάνωσης που έχει ως βάση του τους εργαζόμενους, σύμφωνα με την κοινότητα των φυσικών τους συμφερόντων και των κοινωνικών λειτουργιών, ενώ τα όργανα του κράτους συντονίζουν την εργασία και το κεφάλαιο σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος.».
Τελικά αυτό το οικονομικο-κοινωνικό σύστημα υιοθέτησε και εφάρμοσε ο φασισμός και στη συνέχεια χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Εφαρμογή

Όπως είναι γνωστό, ο Φασισμός επιδιώκοντας την αναδιάρθρωση της ιταλικής οικονομικής ζωής, εξαπολύοντας παράλληλα πολεμική κατά του σοσιαλισμού αλλά και του καπιταλισμού, επεχείρησε μέσω αυτής της θεωρίας την δημιουργία ενός μηχανισμού ελέγχου της οικονομίας δια του ίδιου του κομματικού μηχανισμού. Έτσι διαίρεσε τον οικονομικό εργατικό χώρο σε τρεις βασικές ενώσεις: των εργαζομένων (υπαλλήλων, εργατών), των εργοδοτών και των ελευθερίων επαγγελματιών, τις οποίες και ονόμασε συνδικάτα. Κάθε επαγγελματικός κλάδος λειτουργούσε σε ένα μόνο συνδικάτο. Παρότι νομικά δεν ήταν υποχρεωτική η συμμετοχή των εργαζομένων σ΄ αυτά ήταν όμως υποχρεωτική η καταβολή εισφοράς των μελών τους.
Οι δε αξιωματούχοι των καθορισμένων "συνδικάτων" ήταν, είτε φασίστες πολιτευτές, είτε πρόσωπα αποδεδειγμένης νομιμοφροσύνης προς το καθεστώς. Στην ουσία οι ενώσεις αυτές, των εργαζομένων και εργοδοτών, αποτελούσαν, με τον τρόπο αυτό, όργανα της κρατικής πολιτικής με σαφή στέρηση προσωπικής επιλογής και θέλησης.

Στις 14 Νοεμβρίου του 1933 ο Μουσολίνι απεφάνθη ότι "τα θεμέλια του σωματειακού κράτους ήταν: ένα μοναδικό κόμμα, μία κυβέρνηση (ολοκληρωτική) και μία ατμόσφαιρα ισχυρής ιδεολογικής έντασης". Τα δύο πρώτα στοιχεία επιβλήθηκαν με το καθεστώς, το τρίτο το δημιούργησε η ακατάπαυστη φασιστική προπαγάνδα.
Το 1934 το φασιστικό καθεστώς, θέλοντας να καταστήσει τα συνδικάτα αυτά περισσότερο υποχείριά του και με έκδηλη την εξάρτησή τους, δημιούργησε τις λεγόμενες "σωματιακές ενώσεις" ή "ομοσπονδίες" αποβλέποντας την ενοποίηση όλων των μέχρι τότε υφισταμένων εργατικών ενώσεων προκειμένου να αποτελέσουν ιδιαίτερο κλάδο - κυβερνητικό όργανο. Έτσι ενώ τα συνδικάτα φέρονταν ως αυτόνομα, στην ουσία, η σωματειακή τους ένωση τα καθιστούσα αυτόματα,-de jure -, κρατικά. Συνέπεια αυτού ήταν η σωματειακή ένωση να καταστεί το ύπατο όργανο της φασιστικής οικονομικής οργάνωσης και ελέγχου, φθάνοντας στο σημείο να μη διαφέρει διοικητικά από την αστυνομία, το δικαστικό σώμα και άλλα μεθοδευμένα όργανα του καθεστώτος.
πηγή:Βικιπαίδεια


Έχει επεξεργασθεί από τον/την xbet στις Δευ 24 Δεκ 2012 - 10:17, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
xbet

avatar

Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κεϊνσιανισμός εναντίον μονεταρισμού   Δευ 24 Δεκ 2012 - 10:14

μονεταρισμός

Μονεταρισμός αποκαλείται η θεωρία σύμφωνα με την οποία η αύξηση της ποσότητας του χρήματος σε μια οικονομία, με κρατική παρέμβαση μέσω δημοσιονομικής ή νομισματικής πολιτικής, οδηγεί τελικά σε άνοδο των τιμών και αύξηση του πληθωρισμού. Θεωρείται ότι η διακύμανση στην προσφορά χρήματος έχει επίδραση στο πραγματικό παραγόμενο προϊόν μόνο βραχυπρόθεσμα, ενώ μακροπρόθεσμα επηρεάζει μόνο το επίπεδο των τιμών. Επιπρόσθετα, η μονεταριστική εκδοχή της μακροοικονομικής θεωρίας συνδέει τις διακυμάνσεις στον οικονομικό κύκλο με το ρυθμό επέκτασης της ποσότητας χρήματος, ερμηνεύοντας τους κύκλους ύφεσης/ανάπτυξης ως ένα κατεξοχήν νομισματικό (χρηματικό) φαινόμενο.

Ουσιαστικά μπορούμε να πούμε ότι το μονεταριστικό μοντέλο αποτελεί σύνθεση κεϋνσιανισμού και κλασικών οικονομικών. Ένα από τα χαρακτηριστικά των κλασικών οικονομικών είναι η πεποίθηση για τη λεγόμενη «ουδετερότητα του χρήματος». Θεωρείται ότι τα άτομα δεν έχουν τη λεγόμενη «ψευδαίσθηση του χρήματος», αλλά αντίθετα ενδιαφέρονται για την πραγματική αγοραστική δύναμη του εισοδήματος τους, και όχι για το ονομαστικό εισόδημα σε απόλυτο αριθμό χρηματικών μονάδων. Για παράδειγμα, τα άτομα προτιμούν αύξηση μισθών 6% και πληθωρισμό 4% (πραγματική αύξηση 2%) παρά αύξηση μισθών 8% και πληθωρισμό 10% (πραγματική μείωση -2%). Ο μονεταρισμός ερμηνεύει τα εμπειρικά (ιστορικά) δεδομένα κατά τρόπο που δείχνει ότι τα άτομα ή τελοσπάντων η οικονομία αθροιστικά συμπεριφέρεται σύμφωνα με το κεϋνσιανό υπόδειγμα βραχυπρόθεσμα και σύμφωνα με το κλασικό υπόδειγμα μακροπρόθεσμα.

Τη δεκαετία του '60 η συζήτηση πάνω σε αυτά τα ζητήματα έφερε σε αντιπαράθεση τους μονεταριστές από τη μία, με κύριο εκπρόσωπο τον Μίλτον Φρίντμαν και τους κεϋνσιανούς από την άλλη. Αργότερα, τις δεκαετίες '70 και '80, η αντιπαράθεση απόψεων μετατοπίστηκε αντίστοιχα μεταξύ της λεγόμενης νέας κλασσικής σχολής (από την οποία γίνεται η παραδοχή ορθολογικών προσδοκιών και ότι οι αγορές πάντοτε ισορροπούν) και των λεγόμενων νεο-κεϋνσιανών (κινούνται στην κεϋνσιανή παράδοση αλλά επιδιώκουν την καλύτερη μικροοικονομική θεμελίωση της κεϋνσιανής θεωρίας μετά την κριτική που δέχθηκε από τη νεα-κλασική σχολή, ενώ κύρια διαφοροποίηση τους από τα νέα-κλασσικά οικονομικά είναι ότι δέχονται την πιθανότητα αποτυχίας της αγοράς και άκαμπτων μισθών).

Οι ιδέες αυτές άσκησαν μεγάλη επίδραση στις οικονομίες του πλανήτη όλες τις μεταπολεμικές δεκαετίες μέχρι και σήμερα. Κατά τις δεκαετίες '50 και '60 η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ και άλλες κεντρικές τράπεζες δυτικών χωρών βάσιζαν τη νομισματική τους πολιτική στην προσπάθεια καθορισμού του επιτοκίου. Κατά τη δεκαετία '70 και έκτοτε η επικράτηση του μονεταρισμού στην επίσημη πολιτική των κεντρικών τραπεζών είναι απόλυτη, οι οποίες πλέον «αγνοούν» το επιτόκιο και θέτουν στόχους ως προς το ρυθμό αύξησης της προσφοράς χρήματος. Κατά τη δεκαετία του '80 και αργότερα τα πραγματικά στοιχεία δεν επιβεβαίωσαν επαρκώς τις προβλέψεις του μονεταριστικού μοντέλου. Η δεκαετία του '90 ήταν δεκαετία επιτάχυνσης των τεχνολογικών βελτιώσεων, πολιτικών αλλαγών στον πλανήτη και μεγάλων ανόδων και εξίσου μεγάλων πτώσεων στα χρηματιστήρια. Αλλά οι οικονομίες γενικά αναπτύχθηκαν και ο πληθωρισμός ήταν ελεγχόμενος. Κατά τη δεκαετία 2001 - 2010 οι υπεύθυνοι για την οικονομική πολιτική των κεντρικών τραπεζών δεν προέβλεψαν τον αυξανόμενα σημαντικό ρόλο των επενδυτικών τραπεζών και των hedge funds στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα, το οποίο είχε επεκταθεί και ταυτόχρονα είχε καταστεί ευάλωτο, με συμμετοχή κεφαλαίων εκτός του κανονιστικού πλαισίου για τις παραδοσιακές εμπορικές τράπεζες. Η κρίση που ακολούθησε τη βραχύτητα ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος των ΗΠΑ κατέστησε αναγκαία την κυβερνητική παρέμβαση για άμεση παροχή χρηματικών κεφαλαίων, φέρνοντας το μονεταριστικό υπόδειγμα σε δεύτερη μοίρα, αλλά και φόβους για αποσταθεροποίηση της οικονομίας και αύξηση του πληθωρισμού. Φόβοι όμως που κρίνονται ως δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με την προσπάθεια των κυβερνήσεων, κεντρικών τραπεζών και άλλων κέντρων λήψης αποφάσεων για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης ύφεσης της παγκόσμιας οικονομίας που ξεκίνησε το 2007 και συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι το 2010[1]. Για παράδειγμα στις ΗΠΑ ο μονεταριστής κεντρικός τραπεζίτης του FED Alan Greenspan αντικαταστάθηκε από τον νεο-κεϋνσιανό Ben Bernanke.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://xbet.forumotion.com
 
Κεϊνσιανισμός εναντίον μονεταρισμού
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΜπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Rokavlon.com No2 :: φόρουμ ανοικτό :: Γηράσκω αεί διδασκόμενος. :: Ποολιτική & Οικονομική θεωρία-
Δημοσίευση νέας Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.ΕνότηταΜετάβαση σε: